Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Αξέχαστες Ιστορίες 29 - Ποιος πρόδωσε τον Άντριους;


Η ιστορία που θα θυμηθούμε σήμερα είναι μια από τις πιο «αστυνομικές» ιστορίες των τεσσάρων παιδιών του νόμου. Γράφτηκε από τον Κώστα Φωτεινό (Πότη Στρατίκη) και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 556 του Μικρού Σερίφη. Το σενάριο της ιστορίας είναι εξαιρετικό και η αναζήτηση του ενόχου φτάνει μέχρι το τέλος της…
Υπόθεση: Πέντε συνέταιροι ενός ορυχείου αποφασίζουν να μεταφέρουν κρυφά έναν μικρό θησαυρό από το Γκρέσβιλ στο Γκάλβεστον, για να τον καταθέσουν στην τράπεζα. Για να μην κινήσουν υποψίες και κινδυνεύσουν από ληστές, σκέφτονται πως θα ήταν καλύτερα να πάει μόνος του κάποιος από αυτούς στο Γκάλβεστον. Έτσι, αποφασίζουν να ρίξουν κλήρο και αυτός πέφτει στον ιδρυτή της εταιρείας, Μακ Άντριους, ο οποίος την επόμενη μέρα το πρωί αναχωρεί για το επικίνδυνο ταξίδι. Λίγες μέρες αργότερα –κι ενώ οι υπόλοιποι συνέταιροι περιμένουν με αγωνία την επιστροφή του– φτάνει στα γραφεία της εταιρείας η είδηση ότι εκείνος βρέθηκε νεκρός στο κοντινό δάσος!... Όπως αποκαλύπτεται, ο Άντριους σκοτώθηκε την ίδια μέρα της αναχώρησής του, χωρίς ουσιαστικά να απομακρυνθεί και πολύ από το Γκρέσβιλ.


Στις έρευνες για την δολοφονία του ιδρυτή της εταιρείας, εκτός από τον τοπικό σερίφη, παίρνει μέρος και η παρέα των τεσσάρων θρυλικών παιδιών του νόμου. Ο Τζιμ Άνταμς υποψιάζεται ακόμη και τους συνεταίρους του Άντριους, την ίδια στιγμή που εκείνοι κατηγορούν ο ένας τον άλλο! Ύποπτοι υπάρχουν κι άλλοι: ο υπηρέτης του Άντριους που ετοίμασε τα πράγματα του κυρίου του εκείνο το μοιραίο πρωινό, αλλά και δύο αδέλφια με όχι και τόσο καλή φήμη στην περιοχή… Ποιος απ’ όλους είναι ο δολοφόνος; Το δαιμόνιο Ελληνόπουλο δεν θα παραλείψει καμία λεπτομέρεια και σύντομα θα φτάσει στη λύση…
Κριτική: 5/5

Η περιπέτεια αυτή αναδημοσιεύθηκε στα τεύχη 993 και 1439. Σίγουρα αξίζει να την αναζητήσετε…

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011

Ο Βαγγέλης Περρής και τα κόμικς του


Ο Βαγγέλης Περρής είναι ένας από τους κορυφαίους συλλέκτες κόμικς στην χώρα μας.
«Έχω σπανιότατα κόμικς, όπως το πρώτο τεύχος του “Μίκυ Μάους” στην Ελλάδα. Η ιστορία του πώς το βρήκα είναι καταπληκτική και πάντα με συγκινεί. Μου το χάρισε ένας ακροατής του Flash 96, όταν εργαζόμουν εκεί το 2003 και είχα δημοσιοποιήσει από μικροφώνου ότι μου λείπει. Μου τηλεφώνησε και συναντηθήκαμε για να μου το κάνει δώρο. “Δεν σημαίνει τίποτα για μένα, ενώ για σένα είναι σημαντικό” μου είπε» δήλωσε ο δημοσιογράφος.
«Αγόρασα πρώτη φορά “Μίκυ Μάους” το 1966. Άρχισα να τα μαζεύω για να μην τα χάσω. Έτσι άρχισε η συλλογή. Στην αρχή, διάβαζα τα κόμικς που έπαιρνε ο μεγαλύτερος αδελφός μου. Σήμερα, έχω πάνω από 7.000 κόμικς στη συλλογή μου. Δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβώς τη συνολική αξία τους. Για παράδειγμα, υπάρχει ένα τεύχος που αγγίζει τα 15.000 ευρώ. Τα περισσότερα κομμάτια τα έχω βρει στην Ελλάδα και κάποια στο εξωτερικό», αποκάλυψε ο Βαγγέλης Περρής.
Ένα ολόκληρο δωμάτιο έχει επιστρατεύσει στο σπίτι του προκειμένου να στεγάσει τα 7.000 κόμικς της συλλογής του, τα οποία τα προσέχει σαν τα μάτια του...

Η... βιβλιογραφία των κόμικς 6 - Ανθολόγιο Ελληνικών Αναγνωσμάτων


Γκαούρ Ταρζάν, Ο υπεράνθρωπος, Μικρός Σερίφης, Γκρέκο - ο ήρωας των γηπέδων

Στις αρχές του 20ού αιώνα η ευρωπαϊκή παραλογοτεχνία ή λογοτεχνία είναι αυτόχθων. Μιλάει για εντόπιους ήρωες. Η Αμερική η οποία έχει γίνει πλέον ένα συνονθύλευμα φυλών, παραδόσεων και μυθολογιών, αναγκάζεται να προσφύγει στο εξωτικό, τμήμα του οποίου είναι και η επιστημονική φαντασία. Θα δείτε έτσι ότι ο Ταρζάν, ένας από τους ήρωές της, είναι ένας Άγγλος λόρδος στην Αφρική.
Ο Κόναν ο βάρβαρος είναι ένας Άγγλος ο οποίος ζει σε μια προϊστορική και προμυθολογική εποχή. Ο Σούπερμαν είναι ένας εξωγήινος ο οποίος προσγειώνεται. Ο κανόνας δηλαδή της εντοπιότητας, ο οποίος ίσχυε καθ’ όλη τη διάρκεια της ευρωπαϊκής παράδοσης, έχει ανατραπεί. Το στοιχείο αυτό κάνει τους νέους ήρωες έτοιμους προς κατανάλωση σε όλες τις χώρες. Ο Γιώργος θαλάσσης δεν μπορεί να έχει στο Πεκίνο την επίδραση που έχει στην Ελλάδα. Ο Σούπερμαν μπορεί.
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Το 5ο βιβλίο της σειράς «Ήρωες του Εικοστού Αιώνα», έμελλε να εκδοθεί μετά τον θάνατο του δημιουργού της. Ο Ηλίας Λάγιος, ένας άνθρωπος με γνώσεις γύρω από τους ήρωες της «παραλογοτεχνίας», δεν είναι πια ανάμεσά μας, όμως το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε με τ’ όνομά του, ως ένδειξη τιμής για όλα αυτά που έγραψε και για όλα εκείνα που δεν μπόρεσε να γράψει.
Ο τελευταίος τόμος της σειράς, λοιπόν, αναφέρεται στους δικούς μας, τους εντόπιους ήρωες και τα περιοδικά τους: Γκαούρ-Ταρζάν, Υπεράνθρωπος, Μικρός Σερίφης, Γκρέκο. Περιλαμβάνει αυθεντικά κείμενα και περιπέτειες που έγραψαν οι Νίκος Β. Ρούτσος, Στέλιος Ανεμοδουράς, Πότης Στρατίκης, Γιώργος Μαρμαρίδης.
Όσοι πιστοί, προσέλθετε…

ΤΙΜΗ: 14,00 ευρώ
Π.Π.

Εμείς προτείνουμε... 7 - Τεξ, Ο Μοναχικός Καβαλάρης (Comic Book)



Τίτλος πρωτοτύπου: Tex: The Lonesome Rider
Σενάριο: Claudio Nizzi, Σχέδιο: Joe Kubert, Μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου
Εκδότης: Jemma Press, ISBN: 960-89157-8-3, Έτος Έκδοσης: 2007
Σελ.: 240, Εξώφυλλο: Μαλακό εξώφυλλο, Διαστάσεις: 24χ17,
Τιμή:
15,00 ευρώ

Όταν δύο θρύλοι συναντιόνται…
Ο Joe Kubert αποτελεί για το χώρο της 9ης τέχνης ένα από τα ιερότερα τέρατα. Γεννημένος στο Brooklyn της Νέας Υόρκης το 1926, ο μοναδικός αυτός δημιουργός παρουσίασε το πρώτο του comic σε ηλικία μόλις 16 ετών (“Black Out”, 1942 για την Holyoke Publishing) σηματοδοτώντας έτσι το ξεκίνημα μιας καριέρας που δεν άργησε να φτάσει στο απόγειο της όχι μόνο μέσα από την πολυάριθμη βιβλιογραφία του (που περιλαμβάνει από υπερηρωικές περιπέτειες του “Superman” και του “Batman” και πομπώδεις φανταστικές πολεμικές ιστορίες με πρωταγωνιστή τον “Sgt. Rock”, μέχρι τη σχεδόν δημοσιογραφική απεικόνιση σύγχρονων γεγονότων όπως ο πόλεμος στο γειτονικό μας Σαράγιεβο -ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που τον έζησε στην πρώτη γραμμή- όπως μας εξιστορείται στο συγκλονιστικό graphic novel, “Fax from Sarajevo” του 1996), αλλά κυρίως με την ίδρυση, το 1976, της ιδιαίτερα διακεκριμένης πλέον σχολής καλών τεχνών που φέρει το όνομα του (Joe Kubert School of Cartoon and Graphic Art).
O έτερος θρύλος της εν λόγω έκδοσης δεν είναι άλλος από τον ίδιο των κεντρικό ήρωα της. Ο Tex Willer είναι ένας από τους μακροβιότερους χαρακτήρες comic, όχι μόνο στη γενέτειρα του Ιταλία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Με πωλήσεις μάλιστα που φτάνουν τις 200.000 κόπιες στη γειτονική μας χώρα, αποτελεί παράλληλα κι ένα πρωτοφανές εκδοτικό φαινόμενο για τους χαλεπούς (εμπορικά) καιρούς που ζει ο χώρος. Πριν από λίγα χρόνια, μάλιστα, η έγχρωμη επανέκδοση μιας εκ των πρώτων ιστοριών του Tex, πούλησε τον αριθμό-ρεκόρ του 1,2 εκατομμυρίων αντιτύπων σε ένα Σαββατοκύριακο, όταν προσφέρθηκε (κατόπιν αντιτίμου) μαζί με την εφημερίδα “Repubblica”!


Ο Tex Willer είναι ένας Τεξανός Ranger, πρωταγωνιστής της ομώνυμης Ιταλικής «spaghetti western» σειράς comics που δημιουργήθηκε το 1948 (ως comic strip στην πρωτογενή του μορφή) από τον συγγραφέα Giovanni Luigi Bonelli και τον σκιτσογράφο Aurelio Galleppini και έκτοτε κυκλοφορεί σε μηνιαία βάση εδώ και 60 περίπου χρόνια!
Στον “Μοναχικό Καβαλάρη”, το σενάριο που συνοδεύει το πραγματικά υπέροχο σκίτσο του Kubert υπογράφει ένας από τους ικανότερους και πολυγραφότερους Ιταλούς συγγραφείς comics όλων των εποχών, ο Claudio Nizzi, o οποίος ακολουθώντας πιστά το ύφος και το στυλ του μεγάλου Bonelli, συντάσσει μια πραγματικά ξεχωριστή ιστορία όπου ο Tex αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας άλλη μια αποστολή κατά των δυναστών των απανταχού ανυπεράσπιστων πολιτών της Άγριας Αμερικάνικης Δύσης, χωρίς αυτή τη φορά τη συνδρομή των χαρακτήρων που τον περιστοιχίζουν στις περισσότερες περιπέτειες του (τον παραπονιάρη Kit Carson -που καμία σχέση δεν έχει με το πραγματικό πρόσωπο της Αμερικάνικης Συνοριοφυλακής που πέρασε στην ιστορία ως ένας ικανότατος πολιτικός με έφεση στην εξολόθρευση Ινδιάνων- τον υιό Willer, Kit, και τον ερυθρόδερμο πολεμιστή της φυλής Navajo, Tiger Jack).

Η υπόθεση: Όταν ο Τεξ, φτάνει μετά από ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι στην φάρμα των Κόλτερ, βρίσκει τους φίλους του και την κόρη τους άγρια δολοφονημένους και το σπίτι τους καμένο. Ο έμπειρος Ρέιντζερ αντιλαμβάνεται αμέσως πως κάποιος έχει σκηνοθετήσει την σκηνή του εγκλήματος ώστε να φανεί πως οι Κόλτερ δέχτηκαν επίθεση Ινδιάνων και ορκίζεται να πάρει εκδίκηση για την δολοφονία των άτυχων φίλων του.


«Καθώς ξεφυλλίζω αυτές τις τόσο πλούσιες σε εκφραστική δύναμη σελίδες για τελευταία φορά πριν φύγουν για το τυπογραφείο, πιστεύω πως η υπομονή μας ανταμείφθηκε γενναιόδωρα. Όμως, υπάρχει ακόμα ένας λόγος που με οδήγησε στο να επανεξετάσω αυτό το ιδιαίτερο τεύχος του Τεξ. Για πρώτη φορά ο σεναριογράφος Claudio Nizzi αποφάσισε να παρουσιάσει τον Τεξ ως μοναχικό καβαλάρη χωρίς τη συνοδεία των τριών συνήθων συντρόφων του. Αυτή η παράδοξη αφηγηματική επιλογή απεικονίζει έναν Τεξ πιο αποφασιστικό, πιο σκληρό, πιο βίαιο και που ταιριάζει περισσότερο στη σχεδιαστική απόδοση του Τζο Κιούμπερτ, στην οποία διαφαίνονται η μελαγχολία του Sgt. Rock, ο δυναμισμός του Tarzan και η οργή του Punisher»…
(Sergio Bonelli)


Οι φίλοι λοιπόν των Ευρωπαϊκών (και όχι μόνο) comics αλλά και του μοναδικού Joe Kubert, έχουν την ευκαιρία να προσθέσουν στη συλλογή τους με αυτή την έκδοση της (ιδιαίτερα δραστήριας στο χώρο) Jemma Press, έναν ακόμη εξαιρετικά αποδομένο στα ελληνικά κλασσικό τίτλο της 9ης τέχνης, που δεν απευθύνεται μόνο στους φανατικούς φίλους του Sergio Leone, αλλά και σε όλους τους απανταχού λάτρεις της western μυθολογίας!

Το κείμενο το βρήκαμε στο http://enjoy.gr

Σινεμά και DVD 14 - Το νησί των καταραμένων / Shutter Island (2010)


Είδος: ψυχολογικό θρίλερ
Παραγωγής: 2010
Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 7 Iανουαρίου 2010
Διάρκεια: 148 λεπτά
Διανομή: Odeon

Βρισκόμαστε στο 1954. Ο πρωταγωνιστής μας, ο Teddy Daniels (Leonardo DiCaprio) είναι αστυνομικός. Δείχνει σκληρός, αποφασισμένος και τραχύς -αν και λίγο αποπροσανατολισμένος. Τον πρωτοσυναντάμε ζαλισμένο πάνω σ' ένα καράβι, και μαζί του συστηνόμαστε στο συνεργάτη του, τον Chuck Aule (Mark Ruffalo): εκείνος δείχνει συμπαθής, προσαρμοστικός και έμπιστος. Ο συνδυασμός μοιάζει σωστός. Ήδη όμως από τις πρώτες απειλητικές νότες και τον σκοτεινό, ομιχλώδη ουρανό, συνειδητοποιούμε ότι ο προορισμός μας δεν προμηνύεται φιλόξενος. Κανείς άλλωστε δεν χαίρεται όταν φτάνει στο νησί των καταραμένων, το «Shutter Island», ένα νησί-φρούριο, που αξιοποιεί τη φυσική (και τεχνητή) του οχύρωση για να χρησιμοποιηθεί ως φυλακή υψίστης ασφαλείας για τους πιο επικίνδυνους, ψυχικά διαταραγμένους εγκληματίες. Η άφιξη εκεί είναι κάθε άλλο από ευχάριστη, ειδικά όταν κανείς φτάνει εκεί με αποστολή του την εξιχνίαση της εξαφάνισης μιας φόνισσας, η οποία το έσκασε με εντελώς ανεξήγητο τρόπο από το ίδρυμα.
Η υποδοχή τους θα είναι εξίσου αφιλόξενη: ο Teddy και ο Chuck απαγορεύεται να κουβαλούν τα όπλα τους, παραχωρούν κάθε εξουσία στο διευθυντή του ιδρύματος, ενώ τα γεγονότα τους αποκρύπτονται συστηματικά από τους μάρτυρες.



Ξεγυμνωμένοι από κάθε ασφάλεια και βεβαιότητα, περνούν εθελουσίως μέσα από τα ηλεκτροφόρα κάγκελα του ιδρύματος και ξεκινούν την έρευνά τους, βρισκόμενοι απολύτως στο έλεος του μυστήριου, διφορούμενου Dr. John Cawley (Ben Kingsley) και των ριζοσπαστικών επιστημονικών πρακτικών του. Κι εκεί, μόνοι εναντίον όλων, αποκλεισμένοι λόγω καταιγίδας σ' ένα καταραμένο νησί όπου όλα τους προκαλούν να φύγουν, θα αρχίσουν να ξετυλίγουν έναν μίτο που αντί να διαλευκάνει το μυστήριο, θα τους οδηγήσει όλο και πιο βαθιά σ' έναν λαβύρινθο που γίνεται όλο και πιο σκοτεινός, όλο και πιο πνιγηρός, όλο και πιο παρανοϊκός. Ένας λαβύρινθος όπου οι τρόφιμοι του ιδρύματος, οι εχθρικοί φύλακες, οι κρυπτικοί γιατροί και οι μυστήριες συμπτώσεις, συμπλέκονται με το ταραγμένο μυαλό του κακοφορμισμένου Teddy, που βασανίζεται από ματωμένες μνήμες του πολέμου και το τραυματισμένο παρελθόν του.



Παραισθήσεις, αναμνήσεις, θεωρίες συνομωσίας, ένα κομμάτι του Mahler που παίζει επίμονα στο γραμμόφωνο, ένας επαναλαμβανόμενος εφιάλτης και οι εμμονές, οι καταραμένες εμμονές του Teddy θα κλιμακώσουν την πλοκή, και μαζί, με τρόπο αριστοτεχνικό, θα κλιμακώσουν τα συναισθήματα και την ένταση. Ο φόβος δεν κρύβεται πια στις σκηνές, αλλά βαραίνει ολόκληρη την ατμόσφαιρα, ποτίζει κάθε πλάνο. Η υποβλητική μουσική, οι σκοτεινοί, δαιδαλώδεις διάδρομοι μέσα και οι απόκρημνοι βράχοι έξω, οι διαλεγμένοι χαρακτήρες (ιδανικό casting και ερμηνείες από τους Max von Sydow, Jackie Earle Haley, Emily Mortimer) και οι ρευστοί ρόλοι ανάμεσα στο καλό και το κακό, έχουν πια αρπάξει κι εμάς από την άλλη πλευρά της οθόνης και μας έχουν αποκλείσει στο «Νησί των Καταραμένων» -και δεν ξέρουμε αν θέλουμε να φύγουμε τρέχοντας από τρόμο μαζί με τον Teddy ή αν θέλουμε να μείνουμε εκεί, να μη φύγουμε ποτέ από το αριστουργηματικό κινηματογραφικό σύμπαν που έπλασε ο Martin Scorsese.


Ένα κινηματογραφικό σύμπαν εφιαλτικό και ονειρικό μαζί, που δεν βρίθει απλώς αναφορών, αλλά επιρροών και βιωμάτων. Βιωμάτων που ο Scorsese δεν παραθέτει απλώς επί της οθόνης για να τα θυμηθούμε, αλλά τα επαναπροσδιορίζει και τους δίνει νέα υπόσταση για να τα αγαπήσουμε ξανά από την αρχή. Στο «Shutter Island» κρύβεται ο Hitchcock, με τη στοιχειωμένη «Rebbeca» του και τον «μόνο εναντίον όλων» πρωταγωνιστή του. Βρίσκονται εκεί τα noir του '40 και '50 με τους τσαλακωμένους, σκληροτράχηλους ντετέκτιβ. Είναι εκεί ακόμα κι ο Kubrick, με τους ανατριχιαστικά υποβλητικούς εφιάλτες του Teddy που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από τη «Λάμψη». Μα κυρίως στο Shutter Island φωλιάζει ολόκληρος ο κινηματογραφικός κόσμος του ίδιου του Marty: Ήδη από την πρώτη σκηνή, καθώς ο Teddy ξεκινά το ταραγμένο ταξίδι του, μιλά στον καθρέφτη λέγοντας στον εαυτό του "Pull yourself together, Teddy", προσπαθώντας να πολεμήσει τους δαίμονές του. Μα δεν απευθύνεται μονάχα στον εαυτό του: ταυτόχρονα συνομιλεί με τον Travis του «Ταξιτζή», που ρωτά οργισμένος το είδωλό του "are you talking to me?". Συναντά το Οργισμένο Είδωλο του Jake La Mota που προσπαθεί να δώσει κουράγιο στον εαυτό του λέγοντας στον καθρέφτη "Go get' em, champ!". Θυμάται τον Howard Hughes στο πιο πρόσφατο «Aviator» που παραληρεί, κι αυτός, μπροστά στον καθρέφτη: "The way of the future, the way to the future". Και μας υπενθυμίζει, πολύ απλά, γιατί ο Scorsese είναι ένας από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες σήμερα: όχι μόνο για τις μνήμες που μας χάρισε, αλλά γι' αυτές που συνεχίζει να δημιουργεί…

Δεν πρέπει να ξεχνάμε, όμως, να λέμε και ένα μεγάλο "Ευχαριστώ"…


Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η εποχή είναι δύσκολη λόγω της οικονομικής κρίσης. Πολλοί συνάνθρωποί μας βρίσκονται σε δυσμενή θέση και κανείς μας δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το τι του ξημερώνει. Μέσα στην γενικότερη κατήφεια των ημερών διαβάσαμε ένα κείμενο που μας έκανε να δούμε τα πράγματα και μέσα από μια άλλη σκοπιά. Κι επειδή κάθε τι που μας κάνει λίγο πιο αισιόδοξους είναι καλό να το μοιραζόμαστε με άλλους, αναδημοσιεύουμε το συγκεκριμένο κείμενο που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο...

Είδα στον ύπνο μου πως επισκέφθηκα τον Παράδεισο κι ένας άγγελος ανέλαβε να με
ξεναγήσει. Περπατούσαμε δίπλα-δίπλα σε μια τεράστια αίθουσα γεμάτη με αγγέλους. Ο άγγελος οδηγός μου σταμάτησε μπροστά στον πρώτο σταθμό εργασίας και είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα Παραλαβής. Εδώ παραλαμβάνουμε όλες τις αιτήσεις που
φτάνουν στον Θεό με τη μορφή προσευχής».
Κοίταξα γύρω-γύρω στον χώρο. Έσφυζε από κίνηση, με τόσο πολλούς αγγέλους να βγάζουν και να ταξινομούν αιτήσεις γραμμένες σε ογκώδεις στοίβες από χαρτιά και σημειώματα, από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.
Μετά, προχωρήσαμε σε έναν μακρύ διάδρομο, μέχρι που φτάσαμε στον δεύτερο σταθμό.
Ο άγγελος μού είπε:
«Αυτό είναι το Τμήμα Συσκευασίας και Παράδοσης. Εδώ οι χάρες και οι ευχές που έχουν ζητηθεί προωθούνται και παραδίδονται σ' αυτούς που τις ζήτησαν».
Πρόσεξα και πάλι πόση κίνηση είχε και εδώ. Αμέτρητοι άγγελοι πηγαινοέρχονταν δουλεύοντας σκληρά, αφού τόσες πολλές επιθυμίες είχαν ζητηθεί και συσκευάζονταν για να παραδοθούν στη γη.
Τέλος, στην άκρη ενός μακρινού διαδρόμου, σταματήσαμε στην πόρτα ενός πολύ μικρού σταθμού. Προς μεγάλη μου έκπληξη μόνο ένας άγγελος καθόταν εκεί, χωρίς να κάνει ουσιαστικά τίποτα.
«Αυτό είναι το Τμήμα των Ευχαριστιών», μου είπε σιγανά ο φίλος άγγελός μου. Έδειχνε λίγο ντροπιασμένος.
«Πώς γίνεται αυτό; Δεν υπάρχει δουλειά εδώ;» ρώτησα.
«Είναι λυπηρό» αναστέναξε ο άγγελος. «Αφού παραλάβουν τις χάρες τους οι άνθρωποι, πολύ λίγοι στέλνουν ευχαριστήρια».
«Πώς μπορεί κάποιος να ευχαριστήσει τον Θεό για τις ευλογίες που παρέλαβε;» ρώτησα πάλι.
«Πολύ απλά», απάντησε. «Χρειάζεται μόνο να πεις: Ευχαριστώ Θεέ μου!».
«Και για τι ακριβώς πρέπει να ευχαριστήσουμε;»
«Αν έχεις τρόφιμα στο ψυγείο σου, ρούχα στην πλάτη σου, μια στέγη πάνω απ' το κεφάλι σου και ένα μέρος για να κοιμηθείς, είσαι πλουσιότερος από το 75% αυτού του κόσμου. Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, στο πορτοφόλι σου και λίγα κέρματα σ' ένα πιατάκι, είσαι ανάμεσα στο 8% των ανθρώπων που ευημερούν. Αν ξύπνησες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία από όση αρρώστια είσαι πιο ευλογημένος από όσους δεν θα επιζήσουν καν ως την αυριανή
μέρα. Αν ποτέ δεν βίωσες την εμπειρία του φόβου του πολέμου, της μοναξιάς της φυλακής, της αγωνίας του βασανισμού και της σουβλιάς της πείνας, είσαι μπροστά από 700 εκατομμύρια ανθρώπους αυτής της γης.
»Αν μπορείς να προσευχηθείς σε έναν ναό, χωρίς τον φόβο της επίθεσης, της σύλληψης ή της εκτέλεσης, θα σε ζηλεύουν σίγουρα περίπου 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο. Αν οι γονείς σου είναι ακόμα ζωντανοί και είναι ακόμα παντρεμένοι μεταξύ τους, είσαι σπάνιος. Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι σου ψηλά και να χαμογελάς, δεν είσαι ο κανόνας, είσαι η εξαίρεση για όλους όσους ζουν μέσα στην αμφιβολία και στην απόγνωση.
»Και αν διαβάζεις τώρα αυτό το μήνυμα, μόλις έλαβες μια διπλή ευλογία, πρώτον γιατί σου το έστειλε κάποιος που σ' αγαπάει και δεύτερον γιατί είσαι πιο τυχερός από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους, που δεν ξέρουν καν να διαβάζουν».
«Κατάλαβα. Και τώρα τι κάνω; Πώς μπορώ να αρχίσω;».
«Να πεις καλημέρα», μου χαμογέλασε ο άγγελός μου, «να μετρήσεις τις ευλογίες σου και να περάσεις αυτό το μήνυμα και σε άλλους ανθρώπους, για να τους θυμίσεις πόσο ευλογημένοι είναι»…

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Οι ελληνικές ταινίες που λατρέψαμε 5 - Στέλλα (1955)


Είδος: Δραματική
Σενάριο / Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κακογιάννης
Παραγωγή: Μήλας Φιλμ
Πρωταγωνιστούν: Μελίνα Μερκούρη, Γιώργος Φούντας, Αλέκος Αλεξανδράκης, Χριστίνα Καλογερικού, Σοφία Βέμπο, Σοφία Ζουμπουλάκη, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Τασώ Καββαδία, Νίτσα Παππά, Κώστας Κακκαβάς
Διάρκεια: 90’
Εισιτήρια: 134.142
Α' Προβολή: 21/11/1955

Υπόθεση:
Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στο κέντρο Παράδεισος, που διευθύνει η Μαρία και έχει δεσμό με τον Αλέκο, γόνο πλούσιας οικογένειας. Για μια ακόμη φορά, αυτή θα είναι που θα θέσει τέρμα στο δεσμό τους, πριν έρθει η φθορά. Ο Αλέκος θα σκοτωθεί σε ένα ατύχημα. Η Στέλλα αρχικά θα αποφύγει την στενή πολιορκία του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίλτου. Αργότερα θα υποκύψει στη γοητεία του. Όμως θα θέσει τους δικούς της όρους προκειμένου να συνεχιστεί η σχέση τους.

Σχόλια:
H βραβευμένη με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας «Στέλλα» το 1955, είναι κάτι παραπάνω από μια υπέροχη ιστορία αγάπης. Είναι ένα σημείο αναφοράς για την εποχή της, αφού μέσα από τη σχέση της ασυμβίβαστης Στέλλας (Μελίνα Μερκούρη) με τον εγωιστή Μίλτο (Γιώργος Φούντας), ο δημιουργός της εκφράζει την προσωπική του ματιά σε μια εποχή δύσκολη, μια χρονιά σημαντική για την Ελλάδα. Η εκπληκτική ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη ανάγει τη «Στέλλα» σε σύμβολο ελευθερίας και ανεξαρτησίας τόσο βαθιά ελληνικό, που ακόμα και σήμερα προκαλεί συγκίνηση, ενώ η αξέχαστη ατάκα του Μίλτου (Γιώργος Φούντας) «Στέλλα, κρατάω μαχαίρι», ανήκει στην ανθολογία του ελληνικού κινηματογράφου. Δεύτερη και καλύτερη παρουσία στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών για τον Μιχάλη Κακογιάννη με τη γνωστή «Στέλλα» του, σε παραγωγή Μήλας Φιλμ. Το σενάριο είναι του ιδίου και του Ιάκωβου Καμπανέλλη και η μουσική του Μάνου Χατζιδάκη. Πρόκειται για διασκευή από το θεατρικό έργο του Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», εμπνευσμένο δραματουργικά από το μύθο της Κάρμεν. Ένας άλλος μύθος τραγουδά από τη μεγάλη οθόνη στο κοινό των Καννών, η Μελίνα Μερκούρη φυσικά που συμπρωταγωνιστεί δίπλα στον Γιώργο Φούντα. Η ταινία, εκτός φυσικά από τη συμμετοχή της στις Κάννες, έχει κερδίσει και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ ενδυματολογίας και το βραβείο των Αμερικανών Κριτικών καλύτερης ξένης ταινίας το 1956. Ήταν η τελευταία ταινία της Μήλλας Φιλμ. Σε αυτή πραγματοποίησαν την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή τους η Μελίνα Μερκούρη και ο Κώστας Κακκαβάς. Η συμβολή του Μάνου Χατζιδάκη σ' αυτή τη τομή της Ελληνικής μουσικής ήταν τεράστια.


Ο Κακογιάννης με τη «Στέλλα» του και το «κορίτσι με τα μαύρα» χαρακτηρίστηκε ως «ο μαθητής του Σοφοκλή». Ο τρόπος με τον οποίο στέκεται απέναντι στη Μελίνα Μερκούρη θυμίζει τραγωδία και Αντιγόνη, και τα σχόλια του ξένου Τύπου στις Κάννες ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκά για την ηρωίδα πρότυπο της γυναικείας απελευθέρωσης.

Αυτή ακριβώς η ηρωίδα που διαλέγει το δικό της δρόμο αντιμετώπισης των αντιλήψεών της ενόχλησε τα αριστερά έντυπα «Αυγή» και «Επιθεώρηση Τέχνης» με αποτέλεσμα να επιτεθούν σκληρά κατά της ταινίας του Κακογιάννη.

Ατάκες:
ΜΙΛΤΟΣ (ΦΟΥΝΤΑΣ): Στέλλα, φύγε...φύγε, Στέλλα, θα σε σκοτώσω...Στέλλα, δε με ακούς;...κρατάω μαχαίρι...πες μου πως μετάνιωσες, πως θα με παντρευτείς και το πετάω...Στέλλα, φύγε...γιατί δε φεύγεις; Γιατί;
ΣΤΕΛΛΑ (ΜΕΡΚΟΥΡΗ): (καθώς τη μαχαιρώνει) Φίλα με, Μίλτο...φίλα με.
ΜΙΛΤΟΣ: Στέλλα, αγάπη μου...
ΣΤΕΛΛΑ: Φίλα με αγάπη μου...
(πέφτει νεκρή στην αγκαλιά του)


Και οι αρνητικές κριτικές της εποχής
(από το http://el.wikiquote.org)
...Σε πολλά σημεία της ταινίας, οι ήρωές της "μαρτυράνε" ότι φέρονται έτσι ή αλλιώς, όχι επειδή το θέλουν εκείνοι, αλλά επειδή το θέλει ο σεναρίστας ή ο σκηνοθέτης. Κι έτσι, στα σημεία αυτά, η ταινία παίρνει έναν τόνο φιλολογίας, ότι πιο θανάσιμο μπορεί να καταραστεί κανένας σ' ένα έργο.
Φιλολογία υπάρχει στις υπερβολές των χαρακτήρων. Φιλολογία σε πολλά σημεία του διαλόγου. Φιλολογία σε πολλές "λαϊκές" εξαλλοσύνες. Φιλολογία υπάρχει ακόμα, στο χειρισμό του θέματος των "μπουζουκιών", που έχασαν, δυστυχώς, τη γνησιότητά τους από τότε που έγιναν συρμός του "καλού κόσμου". (...)
Στον τομέα όμως της ερμηνείας, η "Στέλλα" είναι μιά σχεδόν ολοκληρωτική επιτυχία. Η Μελίνα Μερκούρη "εισελαύνει", μπορείς να πεις, στην ελληνική οθόνη, παίζοντας μ' έναν αναντικατάστατο αυθορμητισμό την ατίθαση Στέλλα, δίνοντας ζωντάνια και πειστικότητα στις περισσότερες εκρήξεις της. (...) Στο σύνολο, η "Στέλλα" είναι από την υποκριτική άποψη, ο πρώτος χαρακτήρας τού ελληνικού κινηματογράφου.
(Μάριος Πλωρίτης, "Ελευθερία")

...Η χυδαιότητα και η ξετσιπωσιά παρουσιάζονται σαν ηρωισμός. Η μαγκιά και το σερτιλίκι, σαν παλληκαριά. (...) Το ξετραχηλισμένο αυτό γύναιο, η γυναίκα που δεν θέλει να παντρευτεί για να 'χει το ελεύθερο να γλεντάει τη ζωή της, είναι ένας χαρακτήρας; Πιστεύουν πως η προσπάθειά της, η "πάλη" της να προασπίσει μιαν ανήθικη, μια διεστραμμένη ασυδοσία, μπορεί να κινήσει τη συμπάθεια ή το θαυμασμό, ή πως το μαχαίρωμά της από έναν αλήτη είναι τραγωδία; (...)
Ο κ. Κακογιάννης, ξένος ακόμα στον τόπο μας, χρωστάει να μελετήσει βαθύτερα την ελληνική πραγματικότητα που μπορεί να περιλαμβάνει ακόμα, σ' έναν κάποιο βαθμό, τα μπουζούκια, δεν κλείνεται όμως σ' αυτά. Η αισθητική του συνταύτιση με τον θιασώτη των μπουζουκιών και συνθέτη του "Καταραμένου φιδιού" Μάνο Χατζηδάκι είναι το λιγότερο αποκαρδιωτική. Όπως κι εκείνος, δε θα συγκινήσει παρά μόνο τους εστέτ.
(Αντώνης Μοσχοβάκης, "Επιθεώρηση Τέχνης")

...Αυτό που βλέπουμε πάντως, είναι ένα ξεδιάντροπο μελόδραμα, που προβάλλει ότι χαμηλότερο, ότι πιο "λούμπεν", ότι πιο χυδαίο και καθυστερημένο στοιχείο υπάρχει στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Είναι ένα καλομελετημένο συνοθύλευμα χυδαίου νατουραλισμού, μοιρολατρίας γαλλικής σχολής (της προπολεμικής εποχής), ψευτοελληνικού λαογραφικού στοιχείου (σερβίρει στους ξένους για Ελλάδα τα τουρκοανατολίτικα μπουζούκια -που κι εδώ πέρασε η μόδα τους-, το νταηλίκι, τη σεξουαλική ασυδοσία, το σουγιάδιασμα, την αλητεία κλπ.) ψεύτικης τολμηρότητας. (...)
Λευτεριά λοιπόν στις γυναίκες να πηγαίνουν με τον πρώτο που θα τους αρέσει, και πετύχαμε την ανεξαρτησία μας! Δυστυχώς, θα 'ναι πολλά τα θύματα της τολμηρότητας του Κακογιάννη.
Κι ένα καθαρά θετικό σημείο της ταινίας: Μας αποκαλύπτει μια καταπληκτική ηθοποιό του κινηματογράφου, τη Μελίνα Μερκούρη. Χρησιμοποιεί τις υποκριτικές της δυνατότητες με αφάνταστη φυσικότητα, σε μια κλίμακα που πάει απ' την πιο φτηνή χυδαιότητα ως τον πιο δυνατό δραματικό τόνο. Νοιώθεις πως βλέπεις μιαν ηθοποιό κι όχι καμμιά χολυγουντιανή άψυχη κούκλα. Μέχρι σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος δεν μας έχει δώσει τέτοια παρουσία.
(Κώστας Σταματίου, "Η Αυγή")

...Η "Στέλλα", χάρη και στην έκτακτη ενσάρκωσή της από τη Μελίνα Μερκούρη, που είναι άψογη και το πολύ - πολύ που μπορεί να της βρει κανείς είναι ότι ορισμένες στιγμές δείχνει κάποια ευγένεια εμφανίσεως περισσότερη από εκείνη που αποζητεί ο τύπος τής γυναίκας του λαϊκού καμπαρέ, η "Στέλλα" λοιπόν, προσφέρει με παραστατική ενάργεια ένα στοιχείο που η ελληνική οθόνη δεν μας έχει ξαναδώσει. (...)
Τα τελευταία 15 λεπτά της ταινίας είναι έξοχα. Είναι καλός, δυνατός, πρώτης τάξεως κινηματογράφος. Το δραματικό φινάλε, μάλιστα, δοσμένο τόσο έντονα και τόσο αδρά, είναι κάτι που αφήνει συγκλονιστική εντύπωση στον θεατή.
(Αχιλλέας Μαμάκης, "Έθνος")


πηγή υπόθεσης: Multimedia CD-ROM Ελληνικός Κινηματογράφος 1997 ΕΘΝΟDATA
πηγή σχολίων: Cine.gr

Εμείς προτείνουμε... 6 - Logicomix (Comic Book)


Συγγραφείς: Απόστολος Δοξιάδης - Χρίστος Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Ίκαρος
Είδος: Comic Book
Σελίδες: 350
Τιμή: 27,00

Έπεσε και στα δικά μου χέρια και το τέλειωσα μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο.
Εξαιρετικό.
Ως προς το σενάριο-θέμα: έχουμε ένα στριφνό ιστορικό δοκίμιο που κάπως το αλαφραίνει η κόμικ εκδοχή. Στριφνό λόγω του αντικειμένου. Δεν είναι κάτι που το διαβάζεις χαλαρά στο τρένο βλέποντας τα πουλάκια να πετούν. Θέλει αυτοσυγκέντρωση.
Μια όμορφη ιστορία που αγκαλιάζει τον 19ο και τον 20ο αιώνα, με τις ιστορικές, πολιτικές και φιλοσοφικές εξελίξεις. Εντυπωσιάζει που ο πρωταγωνιστής, Μπέρτραντ Ράσελ έχει να παλέψει με την κληρονομική ασθένεια της τρέλας αλλά και την κολλητική τρέλα των μαθηματικών. Μου φάνηκε απίστευτο το πάθος των επιστημόνων της εποχής για κάτι τόσο αφηρημένο όσο τα μαθηματικά, η λογική, η φιλοσοφία κλπ. όντας καθαρά τριτοδεσμίτης.


Γνωστά πρόσωπα περνούν μπροστά από τα μάτια μας καρέ-καρέ παρουσιάζοντας μας την περιπέτεια της λογικής έως σήμερα. Τα διαλείμματα ανάμεσα στην ιστορία βοηθάνε, οι απόψεις της συγγραφικής ομάδας αντικαθρεπτίζουν τις απόψεις των αναγνωστών και διευκολύνουν την πορεία της ανάγνωσης. Παίρνεις αέρα κατά διαστήματα, δεν βαριέσαι, μπορεί λόγω ξαναλέω του θέματος να μπουχτίζεις αλλά τελικά καταλήγεις πως πρόκειται για μαγεία. Πολύ καλύτερα που βγήκε σε ένα τόσο προσεγμένο κόμικ αλλιώς θα καταντούσε άλλο ένα ανούσιο πανεπιστημιακό σύγγραμμα, παραπεταμένο. Τάσεις, ιδέες, ρεύματα, άνθρωποι, εποχές... Εξαιρετικό στόρυ και δικαιολογούνται οι τυχόν αναχρονισμοί που παραδέχονται οι ίδιοι οι δημιουργοί.


Από την ξενόγλωσση έκδοση

Ως προς το κόμικ: τα λόγια περιττά. Καταρχάς η γραμμή μου θύμισε τα γάλλο-βελγικά κόμικς Τεν-Τεν κλπ. Απλή κι όμως περιεκτική. Με κωμικά γκαγκς και δράση σε δεύτερο πλάνο για να ανακουφίζεται το μάτι και να αλαφρώνει κι έτσι η ανάγνωση. Εξαιρετική η αναπαράσταση της σύγχρονης Αθήνας, αναγνώρισα πολλά σημεία που περπατούν οι πρωταγωνιστές (απίστευτα και τα μηνύματα για το σήμερα της Αθήνας, που προκύπτουν από τη συζήτηση των πρωταγωνιστών), καταπληκτική αναπαράσταση εποχής (Α´ Παγκόσμιος πόλεμος και μάλιστα σε μαύρο φόντο, μεσοπόλεμος, ενδυμασία, κτήρια, αρχιτεκτονική...). Απίστευτα καρέ, πότε μεγάλα, πότε μικρά, πολύ ωραία η εξέλιξη της πλοκής, πολύ ωραία η συνοχή και φυσικά αυτές οι ρημάδες οι προσωπογραφίες, που τις θεωρώ τόσο δύσκολες στο κόμικ, να είναι λες και φωτογραφίζει τις εκφράσεις των προσώπων, από τον αναγνωρίσιμο Δοξιάδη έως τους επιστήμονες.

Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης

Με δυο λόγια, μια εξαίρετη φιλόδοξη δουλειά, που πραγματικά θέλω να πιστεύω ότι θα έχει και συνέχεια με ένα συναφές ή διαφορετικό θέμα. Μπράβο μας για Ελλάδα, όπου ο χώρος του κόμικ τελευταία άρχισε να αναγνωρίζεται.

Πάνος Τουρλής, για το "Club Φίλων Μικρός Σερίφης Magazine"

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Η αγάπη της για τον Μίκυ Μάους φτάνει τα 2760 αντικείμενα!



Η 53χρονη Janet Esteves , έχει εμμονή με τον Μίκυ Μάους. Το σπίτι της είναι γεμάτο με μινιατούρες, κουκλάκια, κλειδιά, διακοσμητικά, είδη οικιακής χρήσης και ότι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί που να αφορά στον Μίκυ.
Συλλέγει αντικείμενα με τον Μίκυ Μάους επί τριάντα ολόκληρα χρόνια και συνεχίζει ακάθεκτη. Τα πρώτα κουκλάκια τα αγόρασε στο μήνα του μέλιτος όταν επισκέφθηκε τη Ντίσνεϋλαντ, ενώ διαθέτει 2760 αντικείμενα και κατέχει το παγκόσμιο ρεκόρ της μεγαλύτερης συλλογής αντικειμένων σχετικών με το Μίκυ Μάους.
Μάλιστα στο δωμάτιο του Μίκυ, στο οποίο μέχρι και από το ταβάνι κρέμονται κουκλάκια, η συνταξιούχος δασκάλα, χαλαρώνει και διασκεδάσει με τα εγγόνια της τα οποία όπως και τα παιδιά της έχουν… κληρονομήσει την αγάπη της για τον Μίκυ.


Photo by Paul Michael Hughes / Guinness World Records

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Οι Δημιουργοί... και τα Έργα τους 6 - Μορίς - Morris (Maurice de Bevere) [01/12/1923-16/07/2001] Κόρτρικ, Βέλγιο


Ο Μορίς (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Maurice de Bevere, γνωστός και ως Morris), ήταν Βέλγος δημιουργός κόμικς και δημιουργός του Λούκυ Λουκ. Η υπογραφή του, με την οποία έγινε γνωστός, είναι ουσιαστικά το όνομά του γραμμένο διαφορετικά. Γεννήθηκε στο Κόρτρικ του Βελγίου και ξεκίνησε να σχεδιάζει στο στούντιο Compagnie Belge d' Actualités (CBA), ένα μικρό στούντιο, όπου γνώρισε τον Peyo και τον Andre Franquin. Μετά τον πόλεμο η εταιρία έκλεισε και ο Μορίς δούλεψε για την εφημερίδα Het Laatste Nieuws και το εβδομαδιαίο περιοδικό Le Moustique που εκδίδονταν από τον Dupuis, για το οποίο σχεδίασε πάνω από 250 εξώφυλλα και αμέτρητα σκίτσα, κυρίως καρικατούρες κινηματογραφικών αστέρων.


Δημιούργησε τον Λούκυ Λουκ το 1946 για το περιοδικό Σπιρού, περιοδικό κόμικς εκδιδόμενο από τον Dupuis. Ο Λούκυ Λουκ είναι ένας μοναχικός κάου-μπόυ που ταξιδεύει στην Άγρια Δύση, βοηθώντας αυτούς που είναι σε ανάγκη, βοηθούμενος από το πιστό του άλογο, την Ντόλυ. Η πρώτη περιπέτεια, Αριζόνα 1880, εκδόθηκε στο L' Almanach Spirou 1947 στις 7 Δεκεμβρίου 1946. Ο Μορίς έγινε ένας από τους κεντρικούς καλλιτέχνες του περιοδικού και ένας από τη "Συμμορία των 4" με τους Jijé, André Franquin και Will.


Δεν εργαζόταν στο σπίτι του Jije, αντίθετα με τους άλλους 2, αλλά όλοι γίνανε καλοί φίλοι, διεγείροντας καλλιτεχνικά ο ένας τον άλλο. Όλοι μαζί εδραίωσαν τη σχολή Marcinelle, το τυπικό στυλ των κόμικ του Spirou, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με το "Ligne claire" που χρησιμοποιούνταν από τους καλλιτέχνες που σχετίζονταν με τον Ερζέ στο περιοδικό Τεντέν.


Το 1948 οι Μορίς, Jijé και Franquin ταξίδεψαν στις ΗΠΑ. Ήθελαν να γνωρίσουν την χώρα, να δουν τι απέμεινε από την Άγρια Δύση και να συναντήσουν καλλιτέχνες από τις ΗΠΑ. Ο Μορίς έμεινε περισσότερο από τους τρεις και επέστρεψε μετά από έξι χρόνια. Στο ενδιάμεσο είχε δουλέψει για το περιοδικό MAD και είχε συναντήσει τον Ρενέ Γκοσινί, γάλλο καλλιτέχνη κόμικ και συγγραφέα με τον οποίο θα συνδημιουργήσει τις ιστορίες του Λούκυ Λουκ από το 1955 ως το 1977.


Τα χρόνια στις ΗΠΑ ήταν σημαντικά για τον Μορίς, όχι μόνο για την γνωριμία με το Γκοσινί, αλλά και για την συγκέντρωση στοιχείων και πληροφοριών για το μετέπειτα έργο του, αλλά και για την εξοικείωσή του με τις Χολιγουντιανές ταινίες της εποχής. Ο Μορίς εισήγαγε στα επόμενα χρόνια πολλές κινηματογραφικές τεχνικές στις ιστορίες του. Το στυλ του Ουώλτ Ντίσνεϋ τον επηρέασε επίσης, επιρροή που φαίνεται στις πρώτες ιστορίες του Λούκυ Λουκ όπου χρησιμοποιούσε πολλές καμπύλες γραμμές. Πολλοί ήρωές του είναι βασισμένοι σε διάσημους Αμερικάνους ηθοποιούς όπως οι Τζακ Πάλανς, Γκάρυ Κούπερ, Β.Σ. Φιλντς και Ουίλιαμ Χαρτ ενώ δεν λείπουν και οι Ευρωπαίοι όπως ο Λουί ντε Φινές.


Οι πρώτες 31 περιπέτειες εκδόθηκαν από τον οίκο Dupuis, αλλά στα τέλη του ’60 ο Μορίς αποχώρησε από τον Dupuis και το Spirou για τον Dargaud και το Pilote, το περιοδικό που δημιουργήθηκε από το φίλο του Γκοσινί.
Ο Μορίς είχε επισκεφθεί την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και είχε συναντηθεί με τον τότε εκδότη του Λούκυ Λουκ, Πότη Στρατίκη, με τον οποίο τον έδενε αμοιβαία συμπάθεια και φιλία.


Το 1984, η Hanna-Barbera έκανε μια σειρά από 52 επεισόδια του Λούκυ Λουκ. Ακόμα 52 έγιναν στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επιβεβαιώνοντας την δημοτικότητα του περιοδικού. Ο Λούκυ Λουκ είναι το πιο εμπορικό Ευρωπαϊκό κόμικ με 300 εκατομμύρια πωλήσεις σε περισσότερες από 30 γλώσσες. Ο Μορίς δεν δούλεψε σε πολλές σειρές. Το 1987 ξεκίνησε τις περιπέτειες του Ραντανπλάν με πρωταγωνιστή τον «πιο ηλίθιο σκύλο». Πέθανε το 2001 από ένα τυχαίο πέσιμο.



Το 2005 κατετάγη 79ος στο δημοψήφισμα για τον De Grootste Belg (μεγαλύτερο Βέλγο).
Βραβεία
• 1972: Grand Prix Saint-Michel, Brussels, Belgium
• 1992: Angoulême International Comics Festival, 20th anniversary Grand Prix de la ville d' Angoulême


Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου το βρήκαμε στην Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Οι ταινίες που αγαπήσαμε 7 - Τ' όνομά μου είναι Σαμ (I am Sam)


Η.Π.Α., 2002, 132΄, Σκηνοθεσία: Jessie Nelson, Σενάριο: Kristine Johnson
Jessie Nelson, Ηθοποιοί: Sean Penn, Michelle Pfeiffer, Dianne Wiest, Dakota Fanning, Laura Dern.

Ο Sam Dawson είναι ένας διανοητικά ανάπηρος πατέρας που μεγαλώνει την κόρη του, Lucy, με την βοήθεια μερικών αξιόλογων φίλων του. Μόλις η Lucy γίνεται 7 χρόνων και αρχίζει να ξεπερνάει διανοητικά τον πατέρα της, ο στενός τους δεσμός απειλείται όταν μια κοινωνική λειτουργός μαθαίνει την περίπτωση τους και θέλει να δώσει την Lucy σε θετούς γονείς που πιστεύει ότι μπορεί να την μεγαλώσουν καλύτερα. Ο Sam έρχεται αντιμέτωπος με μια δίκη που φαινομενικά δεν πρόκειται να κερδίσει και ορκίζεται να πολεμήσει το νομικό σύστημα.


Στο πλευρό του έχει την Rita Harrison, μια δυνατή και εντελώς απορροφημένη στην δουλειά της, δικηγόρο που αναλαμβάνει την υπόθεση χωρίς χρήματα, σαν στοίχημα με τους συνάδελφους της. Μαζί προσπαθούν να πείσουν το δικαστήριο ότι ο Sam είναι ικανός να μεγαλώσει την κόρη του και έτσι φτιάχνουν ένα δεσμό για να υπερασπίσουν την αγάπη δίχως όρους.


Δύσκολα μένει κανείς αλώβητος από το θέμα της ταινίας και τον συγκινητικό φόρτο που απορρέει. Αυτό άλλωστε το είχε ξανακαταφέρει η σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Jessie Nelson, μιας και η συγγραφική της δουλειά στο Stepmom (Julia Roberts, Susan Sarandon, Ed Harris -1998) κινείται στα ίδια πλαίσια με αυτό το έργο. Το μεγάλο ρίσκο της ταινίας ήταν να μην παγιδευτεί εξαιτίας του θέματός της στο μελόδραμα. Τελικά όμως καταφέρνει να μεταχειριστεί με μια πολύτιμη ισορροπία την ιστορία και να θέσει καίρια ερωτήματα πάνω στους οικογενειακούς δεσμούς: τα συναισθήματα που κρατάνε ενωμένη μια οικογένεια, το αν ένας δικαστής και ο νόμος γενικότερα μπορεί να χωρίσει δυο άτομα θέτοντας σε δεύτερη μοίρα την αγάπη που τους δένει, την έλλειψη επικοινωνίας σε σύγχρονες οικογένειες όπου οι γονείς δεν έχουν χρόνο να αφιερώσουν στα παιδιά τους. Πολύ έξυπνος επίσης είναι και ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίζεται δυο ουσιαστικά διαφορετικές καταστάσεις, του δεσμού δηλαδή του Sam με τη Lucy και της Rita με τον γιο της.



Κατά το μεγαλύτερο μέρος της, η ταινία διατηρεί έναν πολύ καλό ρυθμό, συγκινητικό, γρήγορο, αλλά και χαλαρό (εδώ συμβάλει και η μουσική συνοδεία των Beatles -το soundtrack της ταινίας είναι πραγματικά ένα must-have) ενώ πολύ όμορφες είναι και οι ευρηματικές σκηνές που έχει να μας παραθέσει η σκηνοθέτης, όπως αυτή όπου ο Sam βλέπει τη Lucy να πηγαίνει σχολείο σκαρφαλωμένος σε ένα δέντρο.




Και φτάνουμε στις ερμηνείες των ηθοποιών. Ο Penn, δανειζόμενος πολλά στοιχεία από το Rain Man, έχει μια εκπληκτική παρουσία, που δίκαια αν μη τι άλλο του χάρισε την τρίτη υποψηφιότητά του για Όσκαρ. Η Pfeiffer είναι και αυτή πολύ καλή, ειδικά στο μέρος όπου υποδύεται την υπερβολικά αγχωμένη (στα όρια της υστερίας!) δικηγόρο, αλλάζοντας όμορφα το ρόλο της και αποκαλύπτοντας την ευαισθησία της προς το τέλος του έργου. Άξιοι αναφοράς είναι και οι "ξεχωριστοί" φίλοι του Sam για την απλότητά τους, αν και η αποκάλυψη της ταινίας έρχεται από την εφτάχρονη (τότε) Dakota Fanning, η οποία δίνει την αίσθηση, χωρίς υπερβολή, μιας βετεράνου ηθοποιού! Ένα μικρό κορίτσι που μας έδειξε στην ταινία αυτή ένα μικρό δείγμα των δυνατοτήτων του… Δεν αμφέβαλλε κανείς ότι θα ακολουθούσαν κι άλλες επιτυχίες.
Εν κατακλείδι, το "I am Sam", μας έκανε να κλάψουμε, μας έκανε να γελάσουμε, σίγουρα όμως μας ανάγκασε να δούμε με διαφορετική ματιά τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες (και ξεχωριστές ικανότητες)… Μια ταινία που δεν ξεχνάς ποτέ…

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...