Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγωνισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διαγωνισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Ακύρωση του Διαγωνισμού Διηγήματος λόγω επίθεσης "μαϊμούδων" στην ψηφοφορία


Η αρχικές σκέψεις για τον Διαγωνισμό Γουέστερν Διηγήματος
Όταν αποφασίσαμε να διοργανώσουμε έναν ανοιχτό, πρωτότυπο διαγωνισμό γουέστερν διηγήματος μέσω του blog αυτού, το κάναμε με σκοπό την προβολή του συγκεκριμένου είδους ιστοριών τις οποίες αγαπάμε αλλά και για την προβολή του ίδιου του blog, καθώς φανταζόμασταν ότι θα ήταν υπέροχο να πετύχει ο διαγωνισμός και να συνεχίσουμε να διοργανώνουμε ανά τακτικά χρονικά διαστήματα παρόμοιους διαγωνισμούς. Δυστυχώς, η ανταπόκριση των εν δυνάμει συγγραφέων ήταν πάρα πολύ μικρή (ίσως φταίει και το γεγονός ότι δεν καταφέραμε να προβάλουμε και να διαφημίσουμε αρκετά την όλη προσπάθεια), οπότε οι συμμετοχές κυμάνθηκαν αριθμητικά σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Επειδή δεν θέλαμε να φανεί πως δεν υπάρχει καθόλου ενδιαφέρον, αποτανθήκαμε στα μέλη του Club μας και ζητήσαμε απ' όσους θέλανε να γράψουν και να μας στείλουν τα διηγήματά τους. Η αλήθεια είναι πως πολλοί εκδήλωσαν αρχικά ενδιαφέρον και αν και λάβαμε σχετικά γρήγορα τις πρώτες συμμετοχές, οι περισσότεροι καθυστερούσαν πολύ να παραδώσουν τα έργα τους. Δόθηκαν συνεχείς παρατάσεις στην ημερομηνία υποβολής των διηγημάτων -και αυτό από μόνο του είναι ένα αρνητικό στοιχείο για τον οποιοδήποτε διαγωνισμό. Τελικά, καταφέραμε να συγκεντρώσουμε οκτώ συμμετοχές, ενώ υπήρξαν και τουλάχιστον άλλες τρεις που έμειναν απ' έξω λόγω χρονικών περιθωρίων. Η αλήθεια είναι πως το επίπεδο των ιστοριών που λάβαμε, από λογοτεχνικής άποψης, κυμαινόταν σε αρκετά καλό επίπεδο -αν εξαιρέσεις κάποια διηγήματα με εμφανείς αδυναμίες που έπρεπε να υποστούν κάποια στοιχειώδη επιμέλεια πριν δημοσιευθούν. Οι επιμέλεια έγινε και τα διηγήματα δημοσιεύθηκαν στο blog με την σειρά που παραλαμβάνονταν, χωρίς κανένας από τους δημιουργούς να εκφράσει κανένα παράπονο για τους κανόνες ή την διαδικασία.

Η ψηφοφορία και η προβολή της
Όταν έγινε φανερό ότι τα υπόλοιπα διηγήματα θα καθυστερούσαν πάρα πολύ, ο διαγωνισμός έκλεισε και ξεκίνησε η διαδικασία της ψηφοφορίας. Μια ψηφοφορία που βασίστηκε σε συγκεκριμένο gadget που προσφέρει η ίδια η πλατφόρμα του Bloger, στην οποία ανήκει και το δικό μας blog. Η προθεσμία της ψηφοφορίας ορίστηκε περίπου στους πέντε μήνες και αμέσως άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες ψήφοι. Θελήσαμε να δώσουμε την δυνατότητα στο κοινό να μπορεί να ψηφίσει περισσότερα του ενός διηγήματα κι έτσι -όποιος ήθελε- μπορούσε να ψηφίσει ακόμα και όλα τα διηγήματα (η πρώτη ψήφος που καταχωρήθηκε, για παράδειγμα, ήταν η δική μας και ψηφίσαμε και τις οκτώ ιστορίες). Παράλληλα, δημιουργήσαμε στο Facebook την σελίδα του Club μας, με σκοπό να προβάλουμε όσο μπορούμε και τον διαγωνισμό.

Τα παρατράγουδα της ψηφοφορίας
Η ψηφοφορία είχε πάρει τον δρόμο της και, με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, οι επισκέπτες έδειχναν το ενδιαφέρον τους για τις δημοσιευμένες ιστορίες. Δεκαπέντε περίπου μέρες πριν το κλείσιμο της διαδικασίας παρατηρήθηκε -εντελώς ξαφνικά- μια μαζική ψήφιση ενός συγκεκριμένου διηγήματος (περίπου 50 ψήφοι την ημέρα!). Έτσι, το διήγημα αυτό, που μέχρι τότε βρισκόταν στην τέταρτη θέση της ψηφοφορίας, πέρασε πρώτο και με μεγάλη διαφορά από το αμέσως επόμενο. Από την πρώτη ημέρα που έγινε αντιληπτό αυτό, ως διαχειριστής του blog, επικοινώνησα με τον συγγραφέα της συγκεκριμένης ιστορίας (δεν θα δηλώσουμε εδώ το όνομά του αλλά στο εξής θα τον αναφέρουμε ως Μεγάλο Συγγραφέα / Δεν Γνωρίζω Εγώ Από Κομπιούτερ) και του εξέθεσα τον προβληματισμό μου. Εκείνος, πολύ καλός φίλος και μέλος του Club, εξεπλάγην (ευχάριστα μεν) από την εξέλιξη αυτή και μου δήλωσε ότι δεν ξέρει τι έχει γίνει, ότι αυτός δεν γνωρίζει από κομπιούτερ κι ότι έχει έρθει σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο (φίλους και συγγενείς του, ακόμα και από την Αμερική), ζητώντας τους να μπουν στην σελίδα μας και να ψηφίσουν το διήγημά του. Επειδή δεν είχα κανέναν λόγο να μην τον πιστέψω, θεώρησα ότι πράγματι συνέβαινε κάτι τέτοιο -άσχετο εάν αλλοιώνονταν έτσι η ποιότητα της ψηφοφορίας. Επειδή, όμως αυτό συνεχίστηκε για αρκετές ημέρες, σε αντιστάθμισμα, προσπάθησα να ενεργοποιήσω κι εγώ φίλους, συναδέλφους και συγγενείς, λέγοντάς τους να ψηφίζουν όλα τα άλλα διηγήματα εκτός του πρώτου. Αποτέλεσμα; Να πέσουν τόσες ψήφοι εκείνες τις μέρες, όσες δεν είχαν πέσει τους προηγούμενους τεσσεράμισι μήνες! Σε επαναληπτική επικοινωνία με τον Μεγάλο Συγγραφέα / Δεν Γνωρίζω Εγώ Από Κομπιούτερ, εκείνος αποποιήθηκε κάθε ευθύνης για τις ψήφους που λάμβανε, συνεχίζοντας να δηλώνει άγνοια (όπως έλεγε, αυτός δεν έμπαινε καν στο κομπιούτερ για να δει την πορεία της ψηφοφορίας). Εγώ συνέχισα να του έχω εμπιστοσύνη, σε σημείο που είχα αρχίσει να πιστεύω ότι κάποιος παρείσακτος χάκερ είχε αποφασίσει να μας χαλάσει την ψηφοφορία, έτσι για την πλάκα του. Όσο πλησιάζαμε στην ημερομηνία λήξης της ψηφοφορίας, μέσα από το Facebook ανεβάζαμε συνεχώς αναρτήσεις-συνδέσεις προς όλα τα διηγήματα, εκτός του πρώτου. Το ιδιαιτέρως περίεργο ήταν πως όσες ακριβώς ψήφους φαινόταν να κερδίζει το δεύτερο διήγημα, τις ίδιες ακριβώς έπαιρνε και το πρώτο, διατηρώντας έτσι την ίδια ακριβώς απόσταση ασφαλείας κάθε μέρα!

Διάτρητες οι ψηφοφορίες στο διαδίκτυο
Συζητήσαμε το θέμα με πολλά μέλη του Club αλλά και με φίλους γνώστες της πληροφορικής και... όλα έγιναν πιο ξεκάθαρα. Φυσικά, μας είπαν κάποιοι, υπάρχει η δυνατότητα να μπορεί ο οποιοσδήποτε να μπαίνει και να ψηφίζει όσες φορές θέλει σε μια ψηφοφορία στο ίντερνετ! Οι ψηφοφορίες αυτές έχουν συνήθως μόνο έναν βασικό κανόνα ασφαλείας: αναγνωρίζουν τον κωδικό του υπολογιστή σου και δεν σε αφήνουν να ψηφίσεις για δεύτερη φορά. Ένας γνώστης, όμως, μπορεί να αλλάζει τον κωδικό του υπολογιστή του κάθε φορά που μπαίνει στο ίντερνετ και έτσι να μην αναγνωρίζεται από κάποια ιστοσελίδα με ψηφοφορία. Για του λόγου το αληθές, μας έδειξαν τον τρόπο που θα μπορούσαμε να το κάνουμε και εμείς. Ήταν προφανές ότι η ψηφοφορία μας είχε "ακυρωθεί" από μόνη της σαν διαδικασία, οπότε την τελευταία μέρα αποφασίσαμε να κάνουμε ένα τεστ: ρίξαμε πενήντα μετρημένους ψήφους σε διάφορα διηγήματα, ανάμεσα στα οποία ήταν πάντα και το δεύτερο. Ως δια μαγείας, το διήγημα του Μεγάλου Συγγραφέα / Δεν Γνωρίζω Εγώ Από Κομπιούτερ, πήρε ακριβώς πενήντα ψήφους! Περίτρανη απόδειξη ότι δεν ψηφίζανε οι φίλοι και συγγενείς του...

Υπομονή και εκνευρισμός
Μετά την λήξη της ψηφοφορίας "κατεβάσαμε" τα τελικά αποτελέσματα από το blog και δεν κάναμε καμία ανακοίνωση σχετική με τον διαγωνισμό (φυσικά έχουμε κρατήσει την ψηφιακή απεικόνιση όλων των στοιχείων). Συζητήσαμε το θέμα εκτενώς με τα πιο ενεργά μέλη του Club και καταλήξαμε πως αν θέλαμε να υπάρξουν αποτελέσματα από την ψηφοφορία, θα έπρεπε να καταχωρήσουμε ως τελική την κατάταξη που είχαν τα διηγήματα πριν το τελευταίο δεκαπενθήμερο. Οι περισσότεροι, δε, πρότειναν τον αποκλεισμό του πρώτου διηγήματος, ως ύποπτου (τουλάχιστον) για αλλοίωση των αποτελεσμάτων. Εγώ δεν ήθελα να αποκλείσουμε το διήγημα γιατί εξακολουθούσα να πιστεύω ότι μπορούσε να μην έχει καμία σχέση ο συγγραφέας με το όλο ζήτημα. Παρόλα αυτά, δεν συζήτησα ξανά το θέμα μαζί του, περιμένοντας εκείνον να με ρωτήσει σχετικά. Ο καιρός περνούσε και κανένα ενδιαφέρον δεν έδειχνε από μεριάς του, ενισχύοντας την πεποίθησή μου ότι δεν ήταν ο "ένοχος", αφού δεν φαινόταν να νοιάζεται για τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας. Όμως, ακόμα κι αν αυτός κατάφερνε να κρύψει το ενδιαφέρον και τον εκνευρισμό του από την μη ανάδειξή του σε νικητή, δεν μπόρεσε να κρυφτεί το ίδιο και ο κολλητός του. Πολύ καλός φίλος και εκείνος, μέλος του Club, με επιχειρηματική παρουσία στον χώρο των περιοδικών (τον οποίο πάντα στηρίζαμε πάντα μέσα από αυτή τη σελίδα), του οποίου και το δικό του όνομα δεν θα το δηλώσουμε εδώ αλλά στο εξής θα τον αναφέρουμε ως Μεγάλο Επιτυχημένο Εκδότη / Συγγραφέα. Σε τηλεφωνική επικοινωνία, μου επιτέθηκε προσωπικά, χωρίς λόγο φαινομενικά, χρησιμοποιώντας προσβλητικούς χαρακτηρισμούς και λέγοντάς μου ότι έχω καβαλήσει το καλάμι(;) και ότι μόνο όταν τους χρειάζομαι(;) τους παίρνω τηλέφωνο... Ποιο καλάμι και πότε ακριβώς τους χρειάστηκα, δεν μου το εξήγησε... Αντιθέτως, σε κατοπινή επικοινωνία (τον πήρα εγώ για να μου εξηγήσει τους λόγους της συμπεριφοράς του), μου ζήτησε εμμέσως συγνώμη, λέγοντας πως είναι πιεσμένος και είπε μια κουβέντα παραπάνω. Το δέχτηκα, πέρασε καιρός...
Και φτάνουμε στην τελευταία μου επικοινωνία με τον Μεγάλο Συγγραφέα / Δεν Γνωρίζω Εγώ Από Κομπιούτερ, την προηγούμενη εβδομάδα. Με την σκέψη ότι έπρεπε επιτέλους το θέμα να ξεκαθαρίσει (γιατί -αν μη τι άλλο- χρωστάγαμε κάποια εξήγηση και στους επισκέπτες του blog), του τηλεφώνησα και έφερα το θέμα της κουβέντας στην ψηφοφορία. Μου επανέλαβε ξανά τα ίδια, ότι αυτός δεν γνωρίζει από υπολογιστές για να έχει κάνει κάτι και ότι είχε επικοινωνήσει με τριακόσιους συγγενείς του(!) για να μπουν και να τον ψηφίσουν! Όταν άρχισα να του λέω ότι υπήρχε η σκέψη για ακύρωση της ψηφοφορίας, με... πήρε και με σήκωσε! Έγινε έξαλλος, άρχισε να φωνάζει και να με κατηγορεί ότι θέλω να ακυρώσω επίτηδες την ψηφοφορία, επειδή εκείνος βγήκε πρώτος, ότι έχω καβαλήσει το καλάμι (σας θυμίζει κάτι αυτό;) και να προσέξω καλά, να μην τολμήσω να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί θα πει σε όλους τους κοινούς μας γνωστούς ότι εγώ έστησα την ψηφοφορία (πώς γίνεται να στήνεις μια ψηφοφορία και να βγαίνεις τρίτος;) και ότι αυτός μπορεί να μην γνωρίζει από κομπιούτερ, όμως έχει κρατήσει ηλεκτρονικά όλα τα αρχεία κάθε ημέρας της ψηφοφορίας(!), στα οποία φαίνεται ότι εγώ έμπαινα και ψήφιζα όλα τα άλλα διηγήματα εκτός από το δικό του (όπα, όπα) και τέλος ότι θα με κάνει ρεζίλι ακόμα και στον κο Στρατίκη!... Μόνος του τα έλεγε όλα αυτά και το μόνο που κατάφερα να ρωτήσω ψελλίζοντας -πριν μου κλείσει στα μούτρα το τηλέφωνο- ήταν αν όλα αυτά τα έλεγε σε μένα, τον φίλο του... Προφανώς και σε μένα τα έλεγε, μόνο που από καιρό, μάλλον, δεν με θεωρούσε πια φίλο του και ας υποκρινόταν το αντίθετο. Θα πρέπει, όμως, να του πει ο Μεγάλος Επιτυχημένος Εκδότης / Συγγραφέας και κολλητός του ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γνωρίζει κάποιος που παίρνει πενήντα ψήφους την ημέρα ότι δεν τον ψήφισε κανείς, παρά μόνο αν ο ίδιος έχει ρίξει και τους πενήντα ψήφους στον εαυτό του!...

Ποιος έχασε τελικά;
Σίγουρα όχι εγώ προσωπικά. Μάλλον γλίτωσα από κάποιους υποκριτές που μου το έπαιζαν φίλοι και που ποιος ξέρει τι προβλήματα θα μπορούσαν να μου δημιουργήσουν στο μέλλον. Περιττό να δηλώσω μέσα από εδώ ότι δεν πρέπει να τολμήσουν ξανά να έρθουν σε επαφή μαζί μου. Επίσης, καλό θα ήταν να αποφύγουν να γράψουν σχόλιο με το πραγματικό τους προφίλ σε αυτή την ανάρτηση. Για να τους προστατέψω δεν ανέφερα παραπάνω τα ονόματά τους, ούτε δημοσιεύω την τελική λίστα κατάταξης της ψηφοφορίας (στην οποία θα φαινόταν ο νικητής που την έστησε -γιατί είπαμε, δεν στήνει ο τρίτος την ψηφοφορία). Φυσικά, ας διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και ας μην με προκαλέσουν άλλο, γιατί δεν θα διστάσω να "ανεβάσω" και τα υπόλοιπα στοιχεία...
Αν έχασαν εκείνοι κάτι; Μάλλον, ναι. Είχε συμφωνηθεί με φιλικό εκδοτικό οίκο να τυπωθούν σε ένα βιβλίο όλα τα διηγήματα του διαγωνισμού και να κυκλοφορήσει πανελλαδικά σε όλα τα βιβλιοπωλεία. Ας κρίνουν και οι δυο τους αν τους συνέφερε κάτι τέτοιο.
Αν έχασε το Club μας κάτι; Αναμφισβήτητα, ναι. Και το Club μας, και το blog. Αξιοπιστία, σεβασμό, διαφήμιση, αναγνώριση. Μόνο ζημιά μας έκανε αυτή η υπόθεση...

Τι μέλλει γενέσθαι;
Ειλικρινά, έχω απογοητευθεί πάρα πολύ. Αν βγάζουν τέτοια κακία οι άνθρωποι με τους οποίους θεωρείς ότι συμπορεύεσαι σε έναν κοινό σκοπό, ο οποίος είναι τελικά ένα χόμπι, τότε αυτό σου κόβει και την διάθεση να συνεχίσεις να ασχολείσαι με αυτό. Όταν δημιούργησα αυτό το Club -και αργότερα το blog- το έκανα από αγάπη για τα περιοδικά των παιδικών μου χρόνων και τους δημιουργούς αυτών. Ατελείωτος χρόνος αφιερωμένος στο Club, στο Magazine που εκδίδουμε (και το οποίο τα πρώτα 15-20 μέλη το προμηθεύονταν δωρεάν, μέχρι το πέμπτο τεύχος, με προσωπικό κόστος) και στην επικοινωνία με όλα τα μέλη.
Πραγματικά, αξίζουν όλα αυτά;
Τις επόμενες μέρες θα υπάρξουν κι άλλες ανακοινώσεις.

Η Διαχείρηση

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Ελληνικά Βραβεία Κόμικς: Οι Νικητές


Τις προηγούμενες χρονιές, η τελετή των "Comicdom Awards" ήταν αυτή που παραδοσιακά έκλεινε το τριήμερο του Comicdom Con Athens. Από φέτος, όμως, αυτό άλλαξε. Τα "Comicdom Awards" ανήκουν στο παρελθόν και τη θέση τους πήραν τα "Ελληνικά Βραβεία Κόμικς", η απονομή των οποίων "άνοιξε" το Comicdom Con Athens, το βράδυ της Παρασκευής 24 Απριλίου.
Η τελετή είχε ως παρουσιαστή τον εξαιρετικό stand-up comedian, Βύρωνα Θεοδωρόπουλο, με καλεσμένους από το χώρο της ελληνικής σκηνής comics και παρόντα όλα τα μεγάλα ονόματα του χώρου. Η βραδιά ανήκε δικαιωματικά στους νικητές που τιμήθηκαν, ενώ ήταν φανερό πως τα "Ελληνικά Βραβεία Κόμικς" έκαναν την καλύτερη δυνατή αρχή...
Παρακάτω παρουσιάζουμε τους νικητές ανά κατηγορία.

Καλύτερο Σενάριο

–Soloup (ΑΪΒΑΛΙ)


Καλύτερο Σχέδιο
by AKTO


–Πέτρος Χριστούλιας (ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ – ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ)


Καλύτερο Κόμικ
by AKTO


–ΑΪΒΑΛΙ (ΚΕΔΡΟΣ)


Καλύτερη Αυτοέκδοση

–FREAKSHOW (Μέλανδρος Γκανάς – Malk)


Καλύτερο Εξώφυλλο

–ΧΑΡΑΚΩΜΑΤΑ – ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΔΟ ΓΑΓΓΡΑΙΝΑΣ (Πέτρος Χριστούλιας)


Καλύτερη Μεταφρασμένη Έκδοση

–ΚΑΤΑΝΟΩΝΤΑΣ ΤΑ ΚΟΜΙΚΣ: Η ΑΟΡΑΤΗ ΤΕΧΝΗ (WEBCOMICS)


Καλύτερο Διαδικτυακό Κόμικ

–ΓΥΡΝΩ ΣΑ ΝΥΧΤΕΡΙΔΑ


Καλύτερος Νέος Καλλιτέχνης
by AKTO

–Γιώργος Τσιαμάντας


Έπαινος σε καλλιτέχνη που διαπρέπει στο εξωτερικό

–Μιχάλης Διαλυνάς


Βραβείο Κοινού

–TALES FROM THE STRIPS (Δανάη Κηλαηδόνη)


Εσείς, αγοράσατε το νέο τεύχος
του
Μικρού Σερίφη;
Αν όχι, μπορείτε να το κάνετε τώρα,
πατώντας
ΕΔΩ

Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Ελληνικά Βραβεία Κόμικς


Τα Comicdom Awards όπως τα γνωρίζαμε είναι πλέον παρελθόν! Όμως οι fans του θεσμού δεν χρειάζεται να ανησυχούν! Τη θέση των Comicdom Awards παίρνουν τα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΟΜΙΚΣ, με την Ακαδημία να αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου τα ηνία της διεξαγωγής του θεσμού. Η τελετή θα εξακολουθήσει να λαμβάνει χώρα στο Comicdom Con Athens. Μάθετε λεπτομέρειες.

Ελληνικά Βραβεία Κόμικς
(Παρασκευή 24 Απριλίου, 21:00, Θέατρο)

Τα βραβεία που αφορούν στην ελληνική σκηνή των comics έχουν περάσει από πολλές φάσεις, με πιο μακρά περίοδο αυτή των COMICDOM AWARDS, που υπήρξαν για χρόνια τα μοναδικά βραβεία της σκηνής. Στα πρώτα τους βήματα, τα COMICDOM AWARDS απονέμονταν με βάση την ψήφο του κοινού. Από το 2010, όμως, τα πράγματα άλλαξαν, καθώς συστάθηκε μια Ακαδημία, αποτελούμενη από άτομα που δραστηριοποιούνται στο χώρο, και είναι αυτή που αποφάσιζε για τις υποψηφιότητες και τους νικητές.
Ο καιρός ωρίμασε και πλέον είναι η ώρα να έρθουν τα βραβεία στα χέρια των κατεξοχήν ενδιαφερομένων, των μελών της ελληνικής σκηνής comics. Έτσι, η Ακαδημία από φέτος παίρνει τη σκυτάλη από το Comicdom, μετονομάζει τα βραβεία σε ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΟΜΙΚΣ και εγκαινιάζει μια νέα εποχή. Καλλιτέχνες, εκδότες, δημοσιογράφοι, μεταφραστές, ιδιοκτήτες καταστημάτων comics και ιδιοκτήτες διαδικτυακών ιστότοπων, συναποτελούν την Ακαδημία των ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΚΟΜΙΚΣ και είναι αυτοί που, με την ψήφο τους, αναδεικνύουν τις εκδόσεις και τους καλλιτέχνες που διακρίθηκαν τη χρονιά που μας πέρασε.

Παρουσιάζει ο Βύρων Θεοδωρόπουλος (stand-up comedian).
Στην απονομή θα συμμετέχουν δημιουργοί από τον ελληνικό χώρο των comics.

Κυκλοφόρησε νέο συλλεκτικό τεύχος
ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ #1470
Αναζητήστε το στα περίπτερα!

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

3ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Γελοιογραφίας 2015


Ο Δήμος Ναυπλιέων, συνδιοργανώνει με τον ΔΟΠΠΑΤ (Δημοτικός Οργανισμός Αθλητισμού, Πολιτισμού, Τουρισμού και Περιβάλλοντος) και το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, τον 3o Πανελλήνιο Διαγωνισμό Γελοιογραφίας με τίτλο: “Φωτεινοί Παντογνώστες”.
Σκιτσάρισε και εσύ τον φωτεινό σου παντογνώστη, και πάρε μέρος στον διαγωνισμού σκίτσου του Δήμου Ναυπλιέων. Πού θα τον βρεις τον παντογνώστη σου για να τον σκιτσάρεις; Μα, παντού. Πονάς, βογκάς και υποφέρεις; Είναι άδεια η τσέπη σου και τη λύση δεν τη ξέρεις; Κοίτα γύρω σου. Άνθρωποι σοφοί, ξερόλες και ψαγμένοι, με φως υπέρλαμπρο της παντογνωσίας να τους περιβάλει. Βρες τον δικό σου… και σκιτσάρισέ τον.
Ο διαγωνισμός απευθύνεται σε όλους. Οι συμμετέχοντες είναι ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε τεχνική και όλων των ειδών τα υλικά και μέσα, ώστε να δημιουργήσουν την γελοιογραφία τους. Τα έργα δεν θα πρέπει να έχουν δημοσιευθεί.
Οι γελοιογράφοι μπορούν να υποβάλουν τα έργα τους, από τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 16 Μαρτίου 2015 στην ηλεκτρονική διεύθυνση doppat.nafplio@gmail.com. Όλα τα έργα θα εκτεθούν από τις 21 Μαρτίου έως τις 4 Απριλίου σε επιλεγμένα σημεία της παλιάς πόλης του Ναυπλίου.
Η ανακοίνωση και η βράβευση των νικητών θα γίνει στις 22 Μαρτίου σε ειδική εκδήλωση στο Ναύπλιο. Οι τρεις καλύτερες γελοιογραφίες θα βραβευθούν και το κάθε βραβείο θα συνοδεύεται από χρηματικό ποσό, που είναι 500 ευρώ για το 1ο βραβείο, 200 ευρώ για το 2ο βραβείο και 100 ευρώ για το 3ο βραβείο, ενώ οι μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου θα διαγωνισθούν σε ειδική κατηγορία και στα τρία καλύτερα έργα θα απονεμηθούν τιμητικοί έπαινοι.
Η αξιολόγηση των έργων θα γίνει από πενταμελή επιτροπή κριτών η οποία απαρτίζεται από τους: Ηλία Μακρή, Έφη Ξένου, Μιχάλη Κουντούρη, Βλάντιμιρ Ραντιμπράτοβιτς, και Μιχάλη Αντωνόπουλο, νικητή του διαγωνισμού γελοιογραφίας 2014.
Το μέγεθος των αρχείων πρέπει να είναι 25Χ35cm 300 DPI,TIF, CMYK, PDF ή Illustrator.

Κυκλοφόρησε νέο συλλεκτικό τεύχος
ΜΙΚΡΟΣ ΣΕΡΙΦΗΣ #1470
Αναζητήστε το στα περίπτερα!

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Συγγραφής Σεναρίου για Ταινία Μικρού και Μεγάλου Μήκους


Η Ένωση Σεναριογράφων Ελλάδος προκηρύσσει τον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Συγγραφής Σεναρίου για Ταινία Μικρού και Μεγάλου Μήκους
1. Πρωτότυπου Έργου
2. Διασκευασμένου Ελληνικού Λογοτεχνικού Έργου

Καλούνται οι ενδιαφερόμενοι, αφού προηγουμένως κατοχυρώσουν το σενάριό τους στον δικτυακό τόπο της Ε.Σ.Ε. (www.senariografoi.gr), όπως το αποστείλουν ηλεκτρονικά μαζί με την απόδειξη κατοχύρωσης που θα παραλάβουν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2015 στη διεύθυνση akak1@hotmail.com

Για πλήρη ενημέρωση, επισκεφθείτε τον δικτυακό τόπο μας και για τυχόν απορίες ή διευκρινίσεις, επικοινωνήστε με τον Αλέξανδρο Κακαβά στο τηλέφωνο 6932.089.819.

------------------------------------


ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΥΛΙΚΗ ΤΕΤΡΑΔΑ!
Εσύ θα βοηθήσεις;
ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Πανελλήνιος Διαγωνισμός Συγγραφής


Οι εκδόσεις Εντύποις και οι εκδόσεις Μωραϊτης πραγματοποιούν λογοτεχνικό διαγωνισμό με διάρκεια από τις 25 Αυγούστου 2014 εως τις 30 Νοεμβρίου του 2014. Για πρώτη φορά δυο εκδοτικοί μαζί συμπράττουν για την εύρεση και ανάδειξη νέων (και μή) συγγραφέων. Ο διαγωνισμός θα γίνει σε τέσσερα πεδία συναγωνισμού.
Α. στο πεδίο του μυθιστορήματος, Β. στη νουβέλα, Γ. στο διήγημα, Δ. στην ποίηση.

Τα βραβεία θα είναι τα εξής:

Α. Μυθιστόρημα:
-Πρώτο βραβείο. Ο συγγραφέας θα υπογράψει συμβόλαιο για τρία μυθιστορήματα συμπεριλαμβανομένου και του μυθιστορήματος που έλαβε μέρος στον διαγωνισμό. Για δυο με τις εκδόσεις Εντύποις και ένα με τις εκδόσεις Μωραϊτης.
-Δεύτερο Βραβείο. Ο συγγραφέας θα υπογράψει συμβόλαιο δυο βιβλίων με τις εκδόσεις Μωραϊτης συμπεριλαμβανομένου και του μυθιστορήματος που έλαβε μέρος στον διαγωνισμό.
-Τρίτο βραβείο. Ο συγγραφέας θα υπογράψει συμβόλαιο για το μυθιστόρημα που έλαβε μέρος με τις εκδόσεις Εντύποις.
-Τα μυθιστορήματα 4,5,6 θα λάβουν αντίστοιχα τον Α,Β,Γ, έπαινο του διαγωνισμού.

Β. Νουβέλα:
-Πρώτο βραβείο. Ο συγγραφέας θα υπογράψει για τη νουβέλα με τον εκδοτικό οίκο Μωραϊτης καθώς και ενα με τον εκδοτικό οίκο Εντύποις για νουβέλα ή μυθιστόρημα.
-Δεύτερο και τρίτο βραβείο. Ο συγγραφέας θα υπογράψει συμβόλαιο για τη νουβέλα του με τον εκδοτικό οίκο Εντύποις και Μωραϊτης αντίστοιχα.
-Οι νουβέλες 4,5,6 θα θα λάβουν αντίστοιχα τον Α,Β,Γ, έπαινο του διαγωνισμού.

Γ. Διήγημα:
Τα πρώτα 10 διηγήματα θα συμπεριληφθούν σε συνέκδοση των εκδόσεων Εντύποις και Μωραϊτης. Eιδικά για το πρώτο και το δεύτερο θα υπογραφεί αντίστοιχα συμβόλαιο με τις εκδόσεις Μωραϊτης και Εντύποις για έκδοση μυθιστορήματος ή νουβέλας από τον συγγραφέα. Στα πρώτα τρία θα δοθεί έντυπο βραβείο και στα επόμενα τρία θα δοθεί έπαινος.

Δ. Ποίηση:
Τα πρώτα 25 ποιήματα θα συμπεριληφθούν σε συνέκδοση των εκδόσεων Εντύποις και Μωραϊτης. Ειδικά για το πρώτο θα υπογραφεί αντίστοιχα συμβόλαιο με τις εκδόσεις Εντύποις για έκδοση μυθιστορήματος ή νουβέλας ή συλλογής ποιημάτων από τον συγγραφέα. Στα πρώτα τρία θα δοθεί έντυπο βραβείο και στα επόμενα τρία θα δοθεί έπαινος.

Δικαίωμα συμμετοχής έχουν όλοι οι ανεξάρτητα τόπου κατοικίας ή ηλικίας ή ιθαγένεια. Η γλώσσα γραφής είναι αποκλειστικά η Ελληνική. Κάθε συμμετέχων έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος με εως τρείς συμμετοχές ανά κατηγορία.
Η επιτροπή που θα βραβεύσει τα έργα θα αποτελείται από πέντε άτομα: εκπρόσωπο των εκδόσεων Εντύποις, εκπρόσωπο των εκδόσεων Μωραϊτης, δυο συγγραφείς, μια φιλόλογο. Τα ονόματα θα ανακοινωθούν τον Σεπτέμβριο.
Όσοι πάρουν μέρος στο διαγωνισμό αποδέχονται τα παραπάνω και την όποια κρίση της επιτροπής.
Η επιτροπή μπορεί κατά την κρίση της να μοιράσει κάποιο βραβείο σε δύο πρόσωπα αν το θεωρεί αναγκαίο. Σε τέτοια περίπτωση και οι δύο συγγραφείς λαμβάνουν βραβείο ή έπαινο και όποιο συμβόλαιο συνεπάγεται αυτό ο καθένας ξεχωριστά.

Τα έργα που θα πάρουν μέρος στο διαγωνισμό δεν θα πρέπει να έχουν εκδοθεί σε έντυπη ή e-book μορφή.

Παρακαλούμε όλοι όσοι συμμετέχουν να επισυνάψουν ένα βιογραφικό και στοιχεία επικοινωνίας.

Εκδόσεις Εντύποις
entypois@gmail.com

ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ
ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΫ!
Εσύ, το απέκτησες;

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2014

Διαγωνισμός Γουέστερν Διηγήματος: Ξεκινά η ψηφοφορία!


Ήρθε η ώρα να ψηφίσουμε για την ανάδειξη του καλύτερου διηγήματος του διαγωνισμού! Αφού διαβάσετε τα κείμενα, καλείστε να πάρετε μέρος στην ψηφοφορία και να επιλέξετε το διήγημα (ή τα διηγήματα) που σας άρεσε περισσότερο. Προσοχή: έχουμε το δικαίωμα να ψηφίσουμε μόνο μια φορά, καθώς το σύστημα αναγνωρίζει αυτόματα και απορρίπτει τις διπλές ψήφους. Αν σας άρεσαν δύο ή τρία από τα διηγήματα, μπορείτε να τα ψηφίσετε όλα, χωρίς κανένα πρόβλημα.
Ο χώρος της ψηφοφορίας βρίσκεται στο κάτω μέρος του blog και η διαδικασία είναι πάρα πολύ απλή. Απλά, επιλέγετε τα διηγήματα που θέλετε και πατάτε το κουμπί "VOTE". Έπειτα, μπορείτε να παρακολουθείτε την εξέλιξη της ψηφοφορίας, η οποία θα λήξει στις 31/01/2015.
Οι νικητές του διαγωνισμού θα βραβευθούν στην εκδήλωση για τα έκτα γενέθλια του Club μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί τον Φεβρουάριο.
Εμείς, ευχόμαστε καλή επιτυχία στους συμμετέχοντες, αν και σε τέτοιου είδους διαγωνισμούς νικητές είναι όλοι. Και εκείνοι που μπαίνουν στην διαδικασία να γράψουν κάτι, αποδεικνύοντας ότι έχουν μεράκι, διάθεση και ταλέντο αλλά και οι αναγνώστες που έχουν την χαρά να διαβάσουν αξιόλογα κείμενα...
Εμπρός, λοιπόν, τι περιμένετε; Ξεκινήστε το διάβασμα!...

Για να διαβάσετε τα διηγήματα, πατήστε επάνω στους τίτλους τους.
Εναλλακτικά, μπορείτε να βρείτε όλα τα στοιχεία του διαγωνισμού ΕΔΩ.

Κωδικός: Γ1-001
Συγγραφέας: Θεοδόσης Στάλιας

*** ***

Κωδικός: Γ1-002
Συγγραφέας: Ελευθερία Σκουρλή

*** ***

Κωδικός: Γ1-003
Συγγραφέας: Νίκος Ζώης
Τίτλος: Ο κλέφτης

*** ***

Κωδικός: Γ1-004
Συγγραφέας: Π.Π.Π.

*** ***

Κωδικός: Γ1-005
Συγγραφέας: Ποδάρας Ιωανν. Αθανάσιος

*** ***

Κωδικός: Γ1-006
Συγγραφέας: Στρατάκης Ηλίας
Τίτλος: Χωρίς νόμο

*** ***

Κωδικός: Γ1-007
Συγγραφέας: Παπαδόπουλος Ευάγγελος

*** ***

Κωδικός: Γ1-008
Συγγραφέας: Adamsjim


ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ
ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΫ!
Εσύ, το απέκτησες;

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Γουέστερν διήγημα: Το χτύπημα του Γερακιού


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 2011-2012
Κωδικός: Γ1-008

Συγγραφέας: Adamsjim

-Παππού, παππού! Θα μας πεις μια ιστορία;
Το παιδί δεν θα είναι πάνω από δέκα ετών. Μελαχρινό, με όμορφα ζωηρά μάτια και γλυκά χαρακτηριστικά. Στέκεται με τα χέρια ενωμένα παρακαλεστικά μπροστά στον ηλικιωμένο, ασπρομάλλη άντρα. Δίπλα του βρίσκεται ένα κοριτσάκι, περίπου δυο χρόνια μικρότερό του. Έχει φέρει κι εκείνο τα χεράκια του στην ίδια στάση, μιμούμενο τον αδελφό του.
-Ναι, ναι, παππούλη!, λέει. Πες μας σε παρακαλούμε μια ιστορία…
Ο ηλικιωμένος, παρόλο που φαίνεται ότι θέλει να κρατήσει ένα αυστηρό ύφος, δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
-Εντάξει, εντάξει, θα σας πω μια ιστορία, τους λέει. Πρώτα, όμως, θα πρέπει να φορέσετε τα νυχτικά σας και να ξαπλώσετε. Αν σας δει έτσι η γιαγιά σας, θα φωνάζει…
Με επιφωνήματα χαράς, τα δύο παιδιά κάνουν ότι τους είπε ο παππούς τους. Την ώρα που ξαπλώνουν στο μεγάλο κρεβάτι, κοντά στο τζάκι, ανοίγει και η πόρτα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίζεται, κρατώντας μερικά κούτσουρα.
-Πώς το πάθατε και ξαπλώσατε; τους λέει βλέποντάς τα.
-Γιαγιάκα, πετάγεται το κοριτσάκι, ο παππούς μας υποσχέθηκε ότι θα μας πει μια ιστορία…
Η γυναίκα στρέφεται και κοιτάζει τον άντρα της, που μεταφέρει μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι που ξάπλωσαν τα παιδιά.
-Πάλι παραμύθια θα τους πεις; του λέει.
-Όχι, βέβαια!, κάνει λίγο πειραγμένος εκείνος. Απόψε θα τους πω μια πραγματική ιστορία που μου συνέβη όταν ήμουν μικρός…
Η γριά, κουνάει το κεφάλι της, καθώς ακουμπά τα κούτσουρα δίπλα από το τζάκι.
-Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ!, λέει. Θα τους πεις παραμύθια…
Ο γέρος παύει να της δίνει σημασία. Τακτοποιεί λιγάκι τα σκεπάσματα των παιδιών και μετά προσπαθεί να καθίσει και ο ίδιος όσο πιο αναπαυτικά μπορεί στη καρέκλα.
-Λοιπόν, αγαπημένα μου παιδιά, τους λέει, η ιστορία που θα σας διηγηθώ απόψε, συνέβη όταν ήμουν δεκαπέντε ετών… Μπορεί να σας φανεί λίγο παράξενη, όμως σας ορκίζομαι ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή…
Τα δυο παιδιά έχουν γουρλώσει από τώρα τα μάτια τους. Η γιαγιά τους έχει καθίσει στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και έχει πιάσει τις βελόνες του πλεξίματος.
-Γέρο-παραμυθά…, λέει ψιθυριστά.
Ο παππούς κάνει ότι δεν άκουσε και αρχίζει την ιστορία του.
-Ήταν θυμάμαι, παιδιά μου, το πιο ζεστό καλοκαίρι που είχε ζήσει, μέχρι τότε, το Τέξας. Ακόμα και τις νύχτες η θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή. Όλα άρχισαν ένα τέτοιο ζεστό βράδυ, που εγώ κοιμόμουν με ανοιχτό το παράθυρο του δωματίου μου. Ξαφνικά, άκουσα τα άλογα που είχαμε στο κόραλ του ραντς να χλιμιντρίζουν ανήσυχα…

***

Ο δεκαπεντάχρονος Τόνυ Μπρίτζερ άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε στους αγκώνες του. Ναι, δεν έκανε λάθος, τα χλιμιντρίσματα ξανακούστηκαν. Κάτι συνέβαινε με τα άλογα.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και φόρεσε γρήγορα το παντελόνι και τα παπούτσια του. Κοίταξε από το παράθυρο και ξεχώρισε τα ζώα που είχανε συγκεντρωθεί στη μια πλευρά του φράκτη. Σίγουρα, κάτι τα είχε τρομάξει. Ίσως κάποιο φίδι.
Βγήκε από το οίκημα, αρπάζοντας την καραμπίνα του. Από τότε που είχε χάσει τον πατέρα του, είχε αναλάβει τον ρόλο του προστάτη στο σπίτι. Έτσι, είχε τα δικά του όπλα και το δικό του άλογο. Διοικούσε το μικρό ραντς με τη βοήθεια της μητέρας του και του γέρο-Μιγκουέλ, ενός ηλικιωμένου Μεξικανού τον οποίο είχε πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο πατέρας του Τόνυ.
Καθώς το αγόρι έκανε να τρέξει προς το φράκτη με τα ζώα, διέκρινε έναν σκούρο όγκο να πλησιάζει προς τα εκεί. Σχεδόν αμέσως, κατάλαβε πως έχει να κάνει με ένα πούμα.
Γονάτισε με ψυχραιμία και έβαλε την καραμπίνα στον ώμο. Το αγρίμι κινούνταν αργά αλλά ο Τόνυ φοβόταν μη χτυπήσει κανένα άλογο, αν πυροβολούσε βιαστικά.
Ξαφνικά το πούμα άρχισε να τρέχει και έκανε ένα άλμα για να μπει μέσα από τον φράκτη. Ο Τόνυ σημάδεψε και πυροβόλησε. Το άγριο ζώο δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το έδαφος. Η σφαίρα το βρήκε και έπεσε νεκρό.
Όλα αυτά ήταν αρκετά, όμως, για να τρομάξουν τα άλογα. Πανικόβλητα αυτά άρχισαν να τρέχουν και να χτυπάνε πάνω στα ξύλα του φράκτη, ο οποίος υποχώρησε και τα ζώα απομακρύνθηκαν με άγρια χλιμιντρίσματα.
Ο γέρο-Μιγκουέλ και η μητέρα του Τόνυ έφτασαν κοντά του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
-Τι έγινε, παιδί μου; ρώτησε ο ηλικιωμένος Μεξικανός, που κρατούσε στα χέρια του μια παλιά καραμπίνα. Ποιον πυροβόλησες;
Το παιδί τους χαμογέλασε για να τους καθησυχάσει.
-Ένα πούμα ήταν, Μιγκουέλ, είπε. Τα είχε βάλει με τα άλογα…
-Ένα πούμα; αναφώνησε τρομαγμένη η μητέρα του. Για όνομα του Θεού, Τόνυ! Τι δουλειά είχε εδώ πέρα το πούμα;
Ο Μιγκουέλ έσκυψε πάνω από το νεκρό ζώο.
-Ήταν ένα γέρικο πούμα, είπε. Μάλλον ήταν πολύ γέρικο για να μπορεί να κυνηγάει στα βουνά. Πείνασε και γι’ αυτό πλησίασε εδώ…
-Ήμασταν άτυχοι που επέλεξε εμάς, είπε ο Τόνυ. Τώρα θα πρέπει να τρέξουμε να μαζέψουμε τα άλογα…
Μέσα στο σκοτάδι, ο Μιγκουέλ και ο Τόνυ βγήκαν λίγο αργότερα από το ραντς. Τα άλογα είχαν απομακρυνθεί αρκετά, όμως μέχρι να ξημερώσει είχαν καταφέρει να τα συγκεντρώσουν σχεδόν όλα. Η μητέρα του χάρηκε πολύ μόλις τους είδε να γυρίζουν.
-Σας έχω ετοιμάσει φαγητό, τους είπε. Σίγουρα θα πεινάτε μετά από τόση κούραση… Τα βρήκατε όλα;
-Όχι, κυρία, είπε ο Μιγκουέλ. Λείπει ένα πουλάρι, όμως ο Τόνυ γύρισε για να φάει και θα πάει να το βρει…
-Δεν πρόκειται να το χάσω αυτό το ζώο, μητέρα!, έκανε ο Τόνυ. Είναι η Ζωηρή, αυτή με τις καφετιές κηλίδες.
Η μητέρα του τον κοίταξε ανήσυχη.
-Είναι όμορφο πουλάρι, του είπε, όμως δεν θέλω να απομακρυνθείς πολύ και να κινδυνέψεις. Προτιμώ να το χάσουμε παρά να πάθεις κάτι εσύ…
-Μην ανησυχείς, μητέρα. Εάν δω ως το μεσημέρι ότι δεν το έχω βρει, θα γυρίσω.
Μία ώρα αργότερα, το παιδί ήταν έτοιμο να ανέβει στο άλογό του και να ξεκινήσει, όταν είδε από μακριά πέντε καβαλάρηδες να πλησιάζουν στο ραντς.
-Μιγκουέλ!, φώναξε. Κάποιοι έρχονται!
Ο Μεξικανός, που είχε αρχίσει να επισκευάζει τον φράκτη για τα άλογα, άφησε να πέσει από τα χέρια του ένα ξύλο και στράφηκε προς τους καβαλάρηδες. Η μητέρα του Τόνυ βγήκε κι εκείνη έξω.
Όταν πλησίασαν αρκετά, ο Τόνυ διέκρινε κάτι να αστράφτει στο στήθος του ενός από αυτούς. Ήταν ο σερίφης του Θορν, της πιο κοντινής τους πόλης.
Μόλις έφτασαν, οι άντρες έβγαλαν από σεβασμό τα καπέλα τους.
-Καλημέρα, κυρία Μπρίτζερ, είπε ο σερίφης.
-Καλημέρα, σερίφη, είπε η μητέρα του Τόνυ. Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει από τα μέρη μας;
-Δυστυχώς, κυρία, δεν είναι καλός ο άνεμος. Θέλαμε να μάθουμε αν είδατε τίποτα περίεργους τύπους να τριγυρνούν στην περιοχή σας τις τελευταίες ημέρες.
-Τι περίεργους τύπους; πετάχτηκε ο Τόνυ.
-Μεξικανούς ληστές, αγόρι μου… Ψάχνουμε τον Φερνάντο Γκαρσία και τη συμμορία του. Προχτές το πρωί αποπειράθηκαν να ληστέψουν την τράπεζα του Θορν. Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και τώρα έχουν βγει αποσπάσματα απ’ όλες τις κοντινές πόλεις για να τους βρουν.
-Δεν έχουμε δει τίποτα περίεργο, σερίφη, είπε η μητέρα του Τόνυ. Πάντως, εάν θέλετε, μπορείτε να μείνετε για λίγο, να φάτε κάτι πριν συνεχίσετε…
-Ευχαριστούμε πολύ, κυρία, όμως δεν θέλουμε να σας βάλουμε σε κόπο. Άλλωστε δεν πρέπει να χάνουμε και χρόνο. Αν δεν σας πειράζει, θα ποτίσουμε μόνο τα άλογα και θα φύγουμε…
Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο σερίφης και οι άντρες του είχαν φύγει. Ο Τόνυ, αφού πήρε μαζί του μια δερμάτινη τσάντα με λίγο φαγητό, καβάλησε κι αυτός το άλογό του και αφού χαιρέτησε την μητέρα του και τον Μιγκουέλ, βγήκε από το ραντς.
Δεν άργησε να βρει τα ίχνη του πουλαριού. Ο Τόνυ, αν και σχετικά μικρός, είχε μάθει πολλά από τα μυστικά της ζωής στην άγρια δύση. Τα ακολούθησε για αρκετή ώρα, όμως κάποια στιγμή τα έχασε καθώς μπήκε σε μια πετρώδη περιοχή. Χωρίς να απογοητευτεί, ακολούθησε μια κατεύθυνση στην τύχη.
Έπειτα, σκέφτηκε ότι κάπου εκεί κοντά υπήρχε μια πηγή και ότι ήταν πολύ πιθανό το τρομαγμένο ζώο να είχε βρει καταφύγιο εκεί.
Φτάνοντας στην κορυφή ενός μικρού λόφου είδε τα νερά της πηγής. Εκεί ήταν μαζεμένα πέντε-έξι άγρια άλογα και ανάμεσά τους ξεχώρισε και την Ζωηρή.
Άρχισε να κατεβαίνει σιγά-σιγά προς την πηγή. Τα υπόλοιπα άλογα απομακρύνθηκαν φοβισμένα, ενώ η Ζωηρή έμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει. Ο Τόνυ ξεπέζεψε και πήρε το λάσο του από τη σέλα. Ετοιμάστηκε να το περάσει στο λαιμό του ζώου, όταν ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και ένα ποδοβολητό.
Ξαφνιασμένος, στράφηκε και είδε έναν Ινδιάνο καβαλάρη να έρχεται προς τα πάνω του, κρατώντας ένα τόμαχόουκ! Μόλις που πρόλαβε να τραβηχτεί για να μην δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα. Ο καβαλάρης τον προσπέρασε για αρκετά μέτρα, μέχρι να καταφέρει να σταματήσει το άλογό του και να το στρέψει ξανά εναντίον του. Στο μεταξύ, όμως, ο Τόνυ αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση με το μοναδικό όπλο που είχε στα χέρια του: το λάσο.
Αφού το έφερε μερικές στροφές, το πέταξε στον αέρα και αυτό διέγραψε έναν κύκλο και έπεσε γύρω από το σώμα του ερυθρόδερμου. Ο Τόνυ τράβηξε με δύναμη το σχοινί κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος. Εκεί έμεινε ακίνητος και ο Τόνυ υπέθεσε ότι χτύπησε το κεφάλι του σε κάποια πέτρα.
Τον πλησίασε και έσκυψε από πάνω του. Τότε μόνο διαπίστωσε ότι είχε να κάνει με ένα παιδί της ηλικίας του.
Ξαφνικά, ο νεαρός Ινδιάνος ζωντάνεψε και ως δια μαγείας, στο χέρι του βρέθηκε ένα μαχαίρι! Περισσότερο από ένστικτο, ο Τόνυ πρόλαβε να αποφύγει το φονικό όπλο. Η αντίδρασή του ήταν άμεση, καθώς κατάλαβε ότι η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Τίναξε τις γροθιές του και πέτυχε το νεαρό ερυθρόδερμο στο πρόσωπο. Σηκώθηκε όρθιος και έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στο χέρι του αντιπάλου του, που τον έκανε να παρατήσει το μαχαίρι. Όταν αυτό περιήλθε στην κατοχή του Τόνυ, ο αντίπαλός του κατάλαβε ότι είχε χάσει το παιχνίδι.
-Μπορείς να μου πεις γιατί μου επιτέθηκες; τον ρώτησε ο Τόνυ.
Εκείνος, έμεινε γονατιστός με τα μάτια καρφωμένα στο χέρι του Τόνυ που κρατούσε το μαχαίρι.
-Χλωμό πρόσωπο, εσύ νίκησες, είπε. Το Γεράκι είναι έτοιμο να δεχτεί τη μοίρα του… Σκότωσέ με, λοιπόν, το αξίζω…
-Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση! Εγώ δεν έχω τίποτα μαζί σου! Γιατί να σε σκοτώσω;
-Γιατί είσαι λευκός και είμαι εχθρός σου. Όλα τα χλωμά πρόσωπα ήταν πάντα εχθροί της φυλής μου!
-Κάνεις λάθος! Εγώ δεν σε θεωρώ εχθρό μου, αν εξαιρέσω ότι πήγες να με σκοτώσεις. Ανήκεις στους Κομάντσι, έτσι δεν είναι;
-Ναι. Θέλησες να πάρεις τα άλογά μου, γι’ αυτό σου επιτέθηκα.
-Και πάλι κάνεις λάθος, Γεράκι. Εγώ ήθελα να πάρω μόνο το πουλάρι με τις βούλες. Είναι δικό μου και το ψάχνω από τα χαράματα… Όσο για το μαχαίρι, είμαι πρόθυμος να σου το επιστρέψω αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα ξαναστραφείς εναντίον μου…
Ο νεαρός Ινδιάνος έσκυψε το κεφάλι.
-Πώς ονομάζεσαι, χλωμό πρόσωπο; Το Γεράκι θέλει να ξέρει το όνομά σου…
-Ονομάζομαι Τόνυ Μπρίτζερ. Εσύ, μπορείς να με λες Τόνυ…
-Δεν θα ξεχάσω το όνομά σου… Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να ξανασταθώ αντίπαλός σου!
-Τότε σήκω πάνω και τρέξε να μαζέψεις τα ζώα σου!..., είπε το παιδί και του έδωσε πίσω το μαχαίρι.
Σε λίγο, το Γεράκι είχε ξανασυγκεντρώσει τα άλογά του και τα είχε δέσει μεταξύ τους με ένα μεγάλο σχοινί. Ο Τόνυ είχε περάσει κι αυτός το λάσο του στο λαιμό της Ζωηρής και ήταν έτοιμος να φύγει.
-Τώρα που τα βλέπω από κοντά, καταλαβαίνω ότι αυτά τα άλογα είναι πεταλωμένα. Τα έχεις κλέψει, έτσι δεν είναι;
Ο νεαρός ερυθρόδερμος δεν φάνηκε να θίχτηκε. Το αντίθετο μάλιστα.
-Έτσι είναι!, είπε. Οι Κομάντσι είναι μεγάλοι κλέφτες αλόγων κι εγώ ελπίζω μια μέρα να γίνω ο μεγαλύτερος απ’ όλους! Τον τελευταίο καιρό έχουμε κλέψει πάρα πολλά άλογα στο Μεξικό, όμως κανένα δεν ήταν δικό μου. Σήμερα το πρωί είχα βγει από το χωριό μας μόνος μου για να κυνηγήσω, όταν ξαφνικά είδα φρέσκα ίχνη αλόγων και τ’ ακολούθησα!... Ήταν επτά Μεξικανοί που είχαν κατασκηνώσει σε ένα μικρό δάσος και τους πήρα τα τέσσερα από τ’ άλογά τους, κάτω από τη μύτη τους! Με πυροβόλησαν αλλά κατάφερα να τους ξεφύγω! Τώρα τα άλογα αυτά είναι δικά μου!
Ο Τόνυ παρατηρούσε πόσο χαρούμενος ήταν ο συνομιλητής του όση ώρα μιλούσε για το κατόρθωμά του και πόσο παραστατικός. Κουνούσε χέρια και πόδια, λες και ξαναζούσε πάλι τα γεγονότα.
-Η αλήθεια είναι ότι εμείς οι λευκοί δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ μαζί σας στο συγκεκριμένο θέμα!, είπε καθώς ανέβαινε στο άλογό του. Εσείς οι Κομάντσι έχετε μια περίεργη άποψη για την έννοια της ιδιοκτησίας…
Το Γεράκι έστρεψε το βλέμμα του προς την κορυφή του λόφου. Τρεις καβαλάρηδες είχαν εμφανιστεί εκεί.
-Χλωμό πρόσωπο, Τόνυ, φώναξε, χτύπα το άλογό σου και φύγε γρήγορα! Είναι οι Μεξικανοί!
Ταυτόχρονα, έτρεξε και πήδησε στο δικό του, αφού πρώτα έπιασε το σχοινί με το οποίο είχε δέσει τα χαλινάρια των κλεμμένων αλόγων.
Ο Τόνυ έμεινε ακίνητος να τον κοιτάζει.
-Εγώ γιατί να φύγω; τον ρώτησε. Δεν τα έκλεψα εγώ…
Ο νεαρός Ινδιάνος δεν τον άκουσε. Είχε χτυπήσει τα πλευρά του αλόγου του με τα μαλακά του μοκασίνια και είχε ήδη απομακρυνθεί. Ταυτόχρονα, οι τρεις Μεξικανοί είχαν σπιρουνίσει τα δικά τους άλογα και είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν τον λόφο καλπάζοντας. Μάλιστα, είχαν φέρει τα τουφέκια τους στον ώμο και πυροβολούσαν συνεχώς.
Όταν οι σφαίρες άρχισαν να βουίζουν γύρω του, ο Τόνυ κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να συνεννοηθεί με τους νεοφερμένους. Τράβηξε την Ζωηρή κοντά του και έβαλε το άλογό του να καλπάσει.
Οι Μεξικανοί, όμως, είχαν πλησιάσει ήδη αρκετά και υπήρχε φόβος να τον πετύχουν. Δίχως να διστάσει, έβγαλε την καραμπίνα από την θήκη της σέλας του και άρχισε να τους πυροβολεί κι εκείνος.
Αυτό, μάλλον δεν άρεσε στους τρεις Μεξικανούς που αμέσως συγκράτησαν τα ζώα τους και τον άφησαν να απομακρυνθεί. Σε λίγο, ο Τόνυ, είχε προφτάσει το Γεράκι και έτρεχε πίσω του.
Ο νεαρός ερυθρόδερμος γύρισε το κεφάλι και τον είδε.
-Σου το είπα ότι έπρεπε να φύγεις!, του φώναξε. Αυτοί οι Μεξικανοί δεν είναι σαν κι εσένα, χλωμό πρόσωπο, Τόνυ! Είναι ληστές!
-Μήπως πρέπει ν’ αφήσεις τα άλογα να φύγουν; ρώτησε ο Τόνυ. Αν τα πάρουν, ίσως να μην συνεχίσουν να τρέχουν πίσω μας…
Το Γεράκι, τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια.
-Τα άλογα αυτά είναι δικά μου!, του φώναξε. Προσπάθησε να μην μας προλάβουν, γιατί αυτοί θα θελήσουν να μας σκοτώσουν ακόμα και αν πάρουν τα ζώα τους πίσω!
Για λίγη ώρα συνέχισαν να καλπάζουν με τον ίδιο αμείωτο ρυθμό. Οι τρεις Μεξικανοί δεν τους πλησίαζαν αλλά ούτε και φαινόταν διατεθειμένοι να τους αφήσουν να φύγουν. Διατηρούσαν μια συγκεκριμένη απόσταση από τα δύο παιδιά και φαινόταν σίγουροι ότι δεν θα μπορούσαν να τους ξεφύγουν.
Δεν άργησαν να μπουν σε μια πετρώδη περιοχή. Ο νεαρός Κομάντσι πήγαινε πάντα μπροστά, τραβώντας και τα τέσσερα άλογα που είχε κλέψει. Όταν άρχισαν να υψώνονται κάτι θεόρατα βράχια γύρω τους, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
Ο Τόνυ σκεφτόταν πως απομακρύνονταν συνεχώς από το ραντς του και ότι η μητέρα του θ’ άρχιζε ν’ ανησυχεί. Χωρίς να το θέλει είχε μπλεχτεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν θα άφηνε το Γεράκι να τα βγάλει πέρα μόνος του με αντιπάλους τρεις άγριους ληστές…
Κάποια στιγμή έχασαν την οπτική επαφή με αυτούς. Τα βράχια τους έκρυβαν από τα μάτια των διωκτών τους. Το Γεράκι έκοψε απότομα τον καλπασμό του και έστριψε προς τα αριστερά, τραβώντας και τα ζώα. Ο Τόνυ τον ακολούθησε.
-Ξέρεις πού πάμε; τον ρώτησε.
-Μην ανησυχείς, απάντησε το Γεράκι. Σύντομα θα μας χάσουν…
Λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν μπροστά σ’ έναν χείμαρρο. Ο νεαρός Ινδιάνος έσπρωξε τα άλογα να μπουν στο νερό.
-Θ’ ανέβουμε προς τα πάνω, είπε.
-Μα, δεν μπορούμε να τρέξουμε πάνω σ’ αυτά τα χαλίκια…
-Δεν πειράζει. Αρκεί να προχωρούμε...
Στο μεταξύ, οι τρεις ληστές έφτασαν στο σημείο που οι δυο φίλοι είχαν στρίψει ανάμεσα στα βράχια. Εκείνος που πήγαινε μπροστά –και φαινόταν πως ήταν ο αρχηγός τους- κράτησε τα γκέμια του αλόγου του. Οι άλλοι δύο ήρθαν και στάθηκαν πλάι του.
-Τι γίνεται, Γκαρσία, τους χάσαμε; ρώτησε ο ένας από αυτούς. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί τους αφήσαμε να απομακρυνθούν τόσο πολύ…
-Κράτα το στόμα σου κλειστό, Χοσέ, ηλίθιε!, απάντησε νευριασμένος ο Γκαρσία. Δεν είδες πώς πυροβολούσε εκείνος ο μπάσταρδος; Τι ήθελες, να σου ανοίξει καμιά τρύπα στο ξεροκέφαλό σου;
Ο άλλος κατέβασε το κεφάλι και δεν ξαναμίλησε.
-Έχουμε να κάνουμε με δυο πονηρούς, είπε ο Γκαρσία. Δεν ξέρουν, όμως, με ποιον τα έχουν βάλει… Εδώ έστριψαν και χώθηκαν ανάμεσα σ’ εκείνους τους βράχους… Εμπρός! Θα πάμε κι εμείς από εκεί…
Ο Γκαρσία σπιρούνισε τα πλευρά του αλόγου του κι εκείνο πετάχτηκε μπροστά. Οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν, κοιτάζοντας κάτω και προσπαθώντας να καταλάβουν τι ίχνη είδε ο αρχηγός τους στο έδαφος.
Δεν άργησαν να φτάσουν στην όχθη του χειμάρρου.
-Μπήκαν στο νερό για να χάσουμε τα ίχνη τους!, είπε πάλι ο Χοσέ.
Ο Γκαρσία έκανε με τα χέρια του μια κίνηση απελπισίας, έτοιμος να τον βρίσει. Στο τέλος, συγκρατήθηκε.
-Έχουν πάρει τον χείμαρρο προς τα πάνω, είπε. Υπάρχουν αναποδογυρισμένες πέτρες προς τα εκεί και το νερό που κατεβαίνει είναι θολό… Στο εξής θα με ακολουθείτε και δεν θα μιλάτε…
Για περίπου μισή ώρα συνέχισαν να ανεβαίνουν τον χείμαρρο χωρίς να μιλούν. Σε κάποια σημεία το πέρασμα γινόταν περισσότερο στενό και έπρεπε να προσέχουν μην γλιστρήσουν τα άλογα. Κάποια στιγμή πέρασαν δίπλα από μια συστάδα θάμνων, στην οποία δεν έδωσαν καμία σημασία.
Αν πρόσεχαν καλύτερα, όμως, θα διαπίστωναν ότι οι θάμνοι εκείνοι δεν βρισκόταν στη φυσική τους θέση. Κάποιος τους είχε κόψει και τους είχε τοποθετήσει τον έναν πάνω στον άλλο.
Λίγα λεπτά νωρίτερα, ο Τόνυ και το Γεράκι, είχαν διακρίνει μια σχισμή ανάμεσα στα βράχια. Ο νεαρός ερυθρόδερμος έσπρωξε τα άλογά τους και αυτά πέρασαν ένα-ένα από εκεί και βρέθηκαν σε ένα μικρό ξέφωτο ανάμεσα στα βράχια. Αφού μπήκαν και οι ίδιοι εκεί, άρχισαν να κόβουν θάμνους με τα μαχαίρια τους και να τους τοποθετούν στη σχισμή απ’ όπου πέρασαν. Σε λίγο, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι εκεί από πίσω κρυβόταν κάποιος.
Όταν πέρασαν οι ληστές, το Γεράκι τον σκούντηξε ελαφρά στον ώμο και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν στα βράχια και να απομακρύνονται.
Δεν άργησαν να φτάσουν σε ένα μικρό πλάτωμα. Το θέαμα που αντίκρισαν έκανε τον Τόνυ να βγάλει ένα επιφώνημα θαυμασμού.
Γύρω τους, το άγριο τοπίο με τα βράχια έφτανε μέχρι τους πρόποδες ενός επιβλητικού πέτρινου όγκου. Ενός βουνού που η παραξενιά της φύσης σμίλεψε με μαεστρία για αιώνες ολόκληρους. Ένα τεράστιο κοίλωμα, δημιουργημένο στη μέση του βουνού και μέσα σε αυτό χτισμένο ένα ολόκληρο χωριό από πλίθινα σπίτια!
-Ένα εγκαταλειμμένο χωριό, είπε ο Τόνυ.
-Δεν μπορούμε να πάμε εκεί, χλωμό πρόσωπο!, τον έκοψε το Γεράκι.
-Και γιατί όχι; Φαίνεται καλό μέρος για κρυψώνα. Τουλάχιστον για λίγες ώρες, μέχρι να απομακρυνθούν οι ληστές…
Ο νεαρός ερυθρόδερμος κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι! Στο χωριό αυτό κατοικούσαν οι Πουέμπλος. Τώρα είναι ένα χωριό νεκρών. Υπάρχουν τα πνεύματά τους εκεί πάνω! Έτσι μας λένε οι γέροι της φυλής… και οι γέροι είναι σοφοί! Δεν κάνει να τους αγνοούμε…
Ο Τόνυ χαμογέλασε.
-Αυτές είναι ανοησίες, του είπε. Δεν είναι σωστό να φοβάσαι να πας στα χαλάσματα ενός παλιού χωριού…
-Ποιος φοβάται; Το Γεράκι δεν φοβήθηκε ποτέ ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο! Εγώ που με βλέπεις, έχω σκοτώσει αρκούδα με τα χέρια μου! Όμως, με τα πνεύματα είναι αλλιώς… Δεν μπορείς να τα βάζεις μαζί τους. Αν βεβηλώσεις την κατοικία τους θα σε σκοτώσουν! Καλύτερα να φύγουμε…
-Λόγια που βγαίνουν από στόμα παιδιού και όχι άνδρα! Εγώ λέω να πάμε εκεί πάνω. Και μην ανησυχείς, αν εμφανιστεί κάποιο πνεύμα, θα τα βάλω εγώ μαζί του!
Το νεαρό Γεράκι στάθηκε και τον κοίταξε. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν η ταραχή του αλλά και ένας θαυμασμός για εκείνον που στεκόταν δίπλα του.
-Χλωμό πρόσωπο, είπε στο τέλος, δεν ξέρω αν είσαι πολύ γενναίος ή πολύ τρελός. Κάτι μου λέει, όμως, ότι δεν πρέπει να χωρίσουμε έτσι… Θα σε ακολουθήσω εκεί πέρα. Εύχομαι εσύ να έχεις δίκιο κι εγώ άδικο, γιατί αλλιώς κανένας από τους δυο μας δεν θα ζήσει για να δει την αυριανή μέρα!
Μια παράξενη σιωπή περιέβαλε τον χώρο γύρω τους, καθώς άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα ερείπια του χωριού των Πουέμπλος. Αρχικά βρήκαν ένα παλιό μονοπάτι, μα έπειτα για να φτάσουν στα σπίτια έπρεπε να σκαρφαλώνουν στις πέτρες. Τέλος, φτάσανε σε ένα σημείο που αναγκαστικά έπρεπε να χρησιμοποιήσουν κάτι ξύλινες, σαπισμένες από την πολυκαιρία ανεμόσκαλες. Με αυτό τον τρόπο ενώνανε κάποτε οι κάτοικοι τα διαφορετικά επίπεδα του χωριού, από ταράτσα σε ταράτσα.
Τα βήματα και οι βαριές από την προσπάθεια ανάσες τους, ξυπνούσαν χιλιάδες ήχους ανάμεσα στους ερειπωμένους από δεκαετίες τοίχους. Ο καυτός ήλιος τους ζέσταινε, όμως εκείνοι συνέχισαν να ανεβαίνουν.
-Είδες που δεν υπάρχουν πνεύματα εδώ πέρα; είπε κάποια στιγμή ο Τόνυ. Μόνο σαύρες κατοικούν τώρα πια στο χωριό…
Ο νεαρός Ινδιάνος στράφηκε να του απαντήσει, μα με την άκρη του ματιού του έπιασε μια κίνηση κάτω στην κοιλάδα. Ο Τόνυ ακολούθησε το βλέμμα του και είδε κι εκείνος τους τρεις καβαλάρηδες.
-Είναι οι Μεξικανοί, του είπε το Γεράκι. Δεν μας βρήκαν και γυρίζουν στον χείμαρρο. Μπορεί να ανακαλύψουν το σημείο που κρύψαμε τ’ άλογα. Είναι καλή ευκαιρία να χρησιμοποιήσεις το τουφέκι σου, χλωμό πρόσωπο. Είμαστε πολύ ψηλά και από εδώ μπορείς να τους σκοτώσεις έναν-έναν!
Ο Τόνυ κούνησε το κεφάλι του.
-Δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση, του είπε. Δεν χρειάζεται να τα βάλουμε ξανά μαζί τους. Μπορούμε να ανέβουμε πιο πάνω και να χωθούμε σε κάποιο από τα σπίτια. Εδώ δεν πρόκειται να μας ανακαλύψουν ποτέ…
Και με τα λόγια αυτά γύρισε και πιάστηκε από μια ακόμα ξύλινη σκάλα. Άρχισε να σκαρφαλώνει και το Γεράκι ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει. Η τύχη, όμως, δεν ήταν μαζί τους. Το σάπιο ξύλο της σκάλας δεν άντεξε το βάρος του Τόνυ και μόλις εκείνος έφτασε στη μέση της, διαλύθηκε με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του παιδιού καθώς έπεσε.
Μέσα στην απόλυτη ησυχία όλος αυτός ο θόρυβος ταξίδεψε πολύ μακριά. Και δυστυχώς έφτασε ως τα αυτιά των τριών ληστών που καλπάζανε χαμηλά στην κοιλάδα.
Επιφωνήματα λύσσας ξέφυγαν από τα χείλη τους, καθώς είδαν από μακριά τους δυο κυνηγημένους.
-Εκεί πάνω είναι, Γκαρσία!, φώναξε ο ένας από αυτούς.
Ο αρχηγός των ληστών δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή του. Τράβηξε το τουφέκι του από τη θήκη και πήδηξε από το άλογο.
-Είναι παγιδευμένοι, μουτσάτσος! Πηγαίνετε να τους πιάσετε! Εγώ θα σας καλύπτω μέχρι ν’ ανέβετε! Αν σας δυσκολέψουν, σκοτώστε τους!
Οι άλλοι δύο κατέβηκαν κι εκείνοι από τα ζώα τους και οπλισμένοι σαν αστακοί άρχισαν να σκαρφαλώνουν τρέχοντας προς το χωριό.
Οι σφαίρες σφυρίζανε τώρα ανατριχιαστικά πάνω από τα κεφάλια των δύο παιδιών. Αναγκάστηκαν να ξαπλώσουν μπρούμυτα στην ταράτσα του σπιτιού, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα έβρισκαν μια ευκαιρία για να πηδήξουν κάπου αλλού.
Μα, τα λεπτά περνούσαν και οι πυροβολισμοί από την μεριά του αρχικακούργου δεν μειώνονταν στο ελάχιστο. Δεν του έλειπαν άλλωστε και τα πυρομαχικά. Έτσι, έδωσε την ευκαιρία στους δικούς του να πλησιάσουν τους φυγάδες.
Ξαφνικά, το Γεράκι είδε δυο χέρια να εμφανίζονται από την σκάλα που ανέβηκε και ο ίδιος με τον Τόνυ λίγη ώρα πριν. Χωρίς να χάσει καιρό, στηρίχτηκε ανάσκελα στην πλάτη του και με τα πόδια έσπρωξε με δύναμη την σκάλα, την ώρα που είχε εμφανιστεί το κεφάλι του ληστή.
Μια κραυγή τρόμου ακούστηκε καθώς ο ληστής γκρεμιζόταν στο βάθος της πλαγιάς. Ο Γκαρσία σταμάτησε να πυροβολεί και άρχισε να ανεβαίνει κι εκείνος προς τα πάνω, ξεστομίζοντας παράλληλα όλες τις βρισιές που είχε μάθει από τότε που γεννήθηκε.
Δεν άργησε να συναντήσει τον μοναδικό συμμορίτη που του απέμεινε.
-Γκαρσία, έκανε έντρομος εκείνος μόλις τον αντίκρισε. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ξετρυπώσουμε από εκεί, το βλέπεις και μόνος σου! Αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς είναι τα άλογα. Σίγουρα κάπου τα έχουν κρύψει. Πάμε να τα βρούμε και να γυρίσουμε στους συντρόφους μας. Τι μας νοιάζουν αυτοί οι δύο; Ας μείνουν εδώ να τους φάνε τα φίδια!
Ο Γκαρσία τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν.
-Τι είναι αυτά που λες; του είπε με μανία. Μας κάνανε να τρέχουμε πίσω τους όλη μέρα και μας κοροϊδεύουνε λες και είμαστε γυναικούλες! Και χωρίς να φτάνει αυτό, σκοτώσανε και τον Πέπε! Κι εσύ μου λες να τους αφήσουμε να φύγουν; Όχι, αμίγο! Δεν γεννήθηκε ακόμα αυτός που θα κοροϊδέψει τον Γκαρσία και θα συνεχίσει να ζει! Κατάλαβες, Χοσέ; Μέχρι το βράδυ πρέπει να τους έχουμε καθαρίσει!
Ο συμμορίτης είχε μείνει να τον κοιτάζει ακίνητος όση ώρα μιλούσε. Ήταν ήδη πολύ θαρραλέα τα όσα είχε καταφέρει να πει στον αρχηγό του. Δεν θα τολμούσε ποτέ να δευτερολογήσει σε κάτι που για τον Γκαρσία ήταν δεδομένο.
Στο μεταξύ, τα δυο παιδιά, βρήκαν την ευκαιρία να σκαρφαλώσουν λίγο παραπάνω, στηριζόμενα το ένα στην πλάτη του άλλου. Όταν κατάφεραν να πατήσουν σε μια ταράτσα δύο επίπεδα πιο πάνω αισθάνθηκαν ότι ξέφυγαν τον άμεσο κίνδυνο. Δυστυχώς, όμως, για εκείνους, ο Γκαρσία δεν ήταν κανένας τυχαίος ληστής. Ήταν πολύ καλός σκοπευτής και παρόλο που είχε χάσει προσωρινά την ψυχραιμία του, δεν είχε χάσει και την σκοπευτική του δεινότητα.
Την ώρα που ο Τόνυ έσκυψε για να τραβήξει την ξύλινη σκάλα, με σκοπό να κόψει την πρόσβαση στους διώκτες τους, μια σφαίρα από το πιστόλι του ληστή ήρθε και τρύπησε το πόδι του, λίγο πάνω από το γόνατο. Ευτυχώς για κείνον, δεν έμεινε μέσα, όμως ο ξαφνικός πόνος τον έκανε να βγάλει μια κραυγή, ενώ το τουφέκι γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε στην από κάτω ταράτσα.
Αμέσως, το Γεράκι έτρεξε κοντά του και τον σήκωσε.
-Στηρίξου πάνω μου!, του είπε. Μπορείς να περπατήσεις;
Ο Τόνυ κρατήθηκε από τους ώμους του συντρόφου του και έκανε μερικά δοκιμαστικά βήματα.
-Μπορώ να περπατήσω, είπε, αν στηρίζομαι σε σένα.
-Ωραία. Ας μην μένουμε άλλο εδώ, ας προχωρήσουμε πιο μέσα για να είμαστε καλυμμένοι…
Χώθηκαν ανάμεσα σε κάτι τοίχους και βγήκαν στην πίσω πλευρά των σπιτιών. Προχώρησαν αρκετά, μέχρι που συνάντησαν κάτι πέτρινα σκαλοπάτια. Τα κατέβηκαν και βρέθηκαν στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Τουλάχιστον εκεί θα γλίτωναν από τον ήλιο.
-Νομίζω ότι εδώ είναι καλά, είπε ο Τόνυ. Δεν νομίζω ότι θα διακινδυνεύσουν να έρθουν ως εδώ να μας αναζητήσουν.
Το Γεράκι κοίταξε τον χώρο γύρω τους. Ήταν μισοσκότεινα, όμως είχε ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε προς την μεριά απ’ όπου ανέβηκαν.
-Δεν μου αρέσει εδώ πέρα, χλωμό πρόσωπο Τόνυ, είπε. Υπάρχει κάτι το περίεργο σ’ αυτό το σπίτι. Ίσως είναι η μυρωδιά του θανάτου αυτή που έρχεται στα ρουθούνια μας.
-Πάλι τα ίδια; έκανε ο Τόνυ, βγάζοντας ταυτόχρονα ένα μαχαίρι από μια θήκη της ζώνης του. Προς το παρόν, ο μόνος κίνδυνος για μας είναι οι Μεξικανοί… Και ίσως το πόδι μου, που έχει αρχίσει να με πονάει πολύ…
Με το μαχαίρι έσκισε το παντελόνι του, μέχρι να ελευθερωθεί το τραύμα του.
-Πρέπει να σταματήσουμε το αίμα, είπε το Γεράκι. Ξάπλωσε και άφησέ το σε μένα, ξέρω από αυτά…
Πήρε το σκισμένο κομμάτι του παντελονιού και το έκοψε σε λωρίδες. Έπειτα, τις τύλιξε γύρω από το πόδι του Τόνυ, λίγο πιο πάνω από το τραύμα και τις έσφιξε. Μετά κάλυψε και το τραύμα με ένα τελευταίο κομμάτι ύφασμα, που μούσκεψε αμέσως από το αίμα.
-Πρέπει να πλύνουμε την πληγή, του είπε. Υπάρχουν και κάποια βοτάνια που πρέπει να βάλουμε για να μην μολυνθεί…
-Ούτε νερό μπορούμε να βρούμε εδώ πέρα, ούτε βοτάνια, είπε ο Τόνυ. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να σκοτεινιάσει, μήπως καταφέρουμε να τους το σκάσουμε. Αν είναι ακόμα εκεί έξω…
Το Γεράκι κοίταξε για άλλη μια φορά ερευνητικά τον χώρο γύρω τους. Κάτι δεν του άρεσε, όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό.
Δεν πέρασε πολύ ώρα, όταν ακούστηκε μια φωνή.
-Έι, εκεί πάνω, αμίγος!...
Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν. Ο Τόνυ σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο.
-Τι θέλετε; φώναξε.
-Αμίγος, όπως έχετε καταλάβει, είστε παγιδευμένοι! Είναι ηλίθιο να συνεχίσουμε να ανταλλάσουμε σφαίρες. Δεν χρειάζεται να σκοτωθεί κανείς μας! Εμείς μόνο τα άλογα θέλουμε, που στο κάτω-κάτω είναι και δικά μας! Ελάτε κάτω να τα βγάλετε από εκεί που τα έχετε κρύψει. Έπειτα μπορούμε να πάμε όλοι μας στις δουλειές μας. Δεν θα σας κρατήσουμε καμία κακία…
Το Γεράκι κοίταξε τον Τόνυ και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-Μα, είναι δυνατόν να νομίζει ότι θα τον πιστέψουμε; έκανε ο Τόνυ.
-Μάλλον δεν έχουν καταλάβει ότι δεν έχεις πια το τουφέκι σου…
-Τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς! Μπορούμε να τους ξεγελάσουμε…
Στράφηκε στο παράθυρο και φώναξε δυνατά:
-Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να πάρετε τα άλογα που σας έχουν απομείνει και να φύγετε! Αν προσπαθήσετε να ανέβετε εδώ πάνω, θα αναγκαστούμε να σας σκοτώσουμε!...
Ο Γκαρσία έβγαλε το σομπρέρος του και το έφερε στο στόμα. Άρχισε να το δαγκώνει με μανία.
-Καταραμένοι!, φώναξε. Θα σας ξεσκίσω το τομάρι και θα σας βγάλω την καρδιά! Κανείς δεν παίζει με τον Γκαρσία!
Γύρισε και κοίταξε δίπλα του τον Χοσέ.
-Μη με κοιτάς έτσι, του είπε. Δεν πρόκειται να φύγουμε. Μέχρι το βράδυ θα τους έχουμε ξετρυπώσει!
Παρόλο που ο χρόνος κυλούσε αργά στα ερείπια του χωριού των Πουέμπλος, κάποια στιγμή ο ήλιος έφτασε στη δύση του.
Ο Τόνυ είχε ξαπλώσει στο χωμάτινο δάπεδο του δωματίου στο οποίο κρυβόντουσαν, για να μην πιέζει το τραυματισμένο του πόδι. Είχε αρχίσει να τον πονάει αρκετά και είχε και πυρετό.
Το Γεράκι είχε καταλάβει ότι οι δυο τους βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Δεν είχε σκεφτεί ούτε μια στιγμή να εγκαταλείψει τον καινούριο του φίλο και να φύγει, ωστόσο ήξερε πως θα έπρεπε το συντομότερο να τον πάρει από εκεί.
Προς το παρόν προσπαθούσε να του πιάνει την κουβέντα για να τον κάνει να ξεχνά τον πόνο.
-Δεν ξανακούστηκαν οι ληστές. Μάλλον φοβήθηκαν να τα βάλουν μαζί μας και έφυγαν. Εσύ τι λες;
Ο Τόνυ περιορίστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του.
-Σε λίγο θα σκοτεινιάσει αρκετά, συνέχισε το Γεράκι. Θα προσπαθήσουμε να φύγουμε από εδώ, χωρίς να κάνουμε θόρυβο.
-Ωραία, απάντησε με κόπο ο Τόνυ. Παρόλο που σου προκαλεί έναν φόβο αυτό το μέρος, μας έσωσε τη ζωή… Γιατί το εγκαταλείψανε άραγε;…
-Υπάρχουν κι άλλα τέτοια χωριά. Οι γέροι διηγούνται ιστορίες το βράδυ γύρω από τη φωτιά. Λένε πως μια μέρα οι Απάτσι κατέβηκαν από τις περιοχές που πάντα έχουν χιόνι και πολέμησαν με τους Πουέμπλος. Στο τέλος οι Απάτσι νίκησαν, όμως δεν τόλμησαν να κατοικήσουν εδώ. Εμείς οι Κομάντσι ξέρουμε μόνο πως δεν πρέπει να πλησιάζουμε εδώ γιατί στα σπίτια αυτά έχουν απομείνει τα πνεύματα των νεκρών Πουέμπλος…
Ξαφνικά, ένας ανεπαίσθητος θόρυβος ακούστηκε και έκανε τον νεαρό ερυθρόδερμο να πεταχτεί όρθιος.
-Το άκουσες αυτό; είπε ψιθυριστά.
Ο Τόνυ δεν απάντησε. Το Γεράκι τον πλησίασε και έβαλε το χέρι στο μέτωπό του. Κατάλαβε πως ο πυρετός είχε ανέβει πάρα πολύ.
Αποφάσισε να βγει έξω για να ρίξει μια ματιά. Στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι οι δύο ληστές είχαν φύγει.
Και πράγματι, αν μπορούσε να δει εκείνη τη στιγμή στα βράχια που υψώνονταν πάνω από το εγκαταλελειμμένο χωριό, θα έβλεπε τον Γκαρσία και τον συμμορίτη του να ετοιμάζονται για ένα επικίνδυνο εγχείρημα.
Ο αρχιληστής είχε αποφασίσει, αφού δεν μπορούσαν να ανέβουν στο χωριό από τις ξύλινες σκάλες, να κατέβουν από το βουνό. Πήραν τα άλογά τους και, αφού έκαναν έναν μεγάλο κύκλο, βρέθηκαν να κοιτάζουν το χωριό από ψηλά. Βέβαια από εδώ μπορούσαν να δουν μόνο ένα μέρος των πλίθινων κατοικιών, όμως ο Γκαρσία το θεωρούσε αρκετό.
Δέσανε μεταξύ τους όλα τα σχοινιά που είχανε και φτιάξανε ένα μεγάλο. Το περάσανε γύρω από έναν βράχο και ο Χοσέ, που ήταν ο πιο αδύνατος από τους δύο, έδεσε τη μια άκρη στη μέση του. Την άλλη άκρη την κρατούσε ο Γκαρσία.
Μόλις σκοτείνιασε, ο Χοσέ έκατσε στην άκρη του βουνού και άφησε το σώμα του να πέσει. Ο Γκαρσία, με τη βοήθεια του βράχου, κρατούσε κόντρα και παράλληλα άφηνε λίγο-λίγο το σχοινί να γλιστράει.
Έτσι, ο συμμορίτης του άρχισε να κατεβαίνει αργά και σταθερά προς μια από τις ταράτσες των κατοικιών που πολύ προσεχτικά είχαν επιλέξει.
Λίγο πριν πατήσει πάνω σε αυτή, τον είδε το Γεράκι. Κατάφερε να τον διακρίνει παρά το σκοτάδι, όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι καθώς η απόσταση που τους χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη. Το μόνο όπλο που είχε μαζί ήταν το μαχαίρι του και δεν διακινδύνευε να το πετάξει από τόσο μακριά.
Αποφάσισε να γυρίσει στο μέρος που ήταν ο φίλος του και να τον πάρει να φύγουν.
Στο μεταξύ, ο Τόνυ, συνέχιζε να βρίσκεται ξαπλωμένος. Ο πυρετός του ανέβαινε συνεχώς και ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να μετακινηθεί.
Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του. Παντού σκοτάδι.
-Γεράκι, είσαι εδώ; ρώτησε.
Δεν πήρε καμία απάντηση, παρόλα αυτά είχε την αίσθηση ότι δεν βρισκόταν μόνος του εκεί. Έκανε να σηκωθεί μα ένιωσε έναν δυνατό πόνο στο πόδι και ξανάπεσε πίσω.
Και τότε, ξαφνικά, το είδε.
Στην αρχή ήταν ένα μικρό φως που προερχόταν από τη μια γωνία του δωματίου και φώτιζε αχνά όλο τον χώρο με ένα απαλό, γαλάζιο χρώμα. Προσπάθησε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν αυτό που έβλεπε μα δεν το κατάφερνε.
Σιγά-σιγά το φως μεγάλωνε και το παιδί συνειδητοποίησε ότι κινούνταν προς το μέρος του. Καθώς τον πλησίαζε κατάλαβε ότι υπήρχε ένα αντικείμενο που αιωρούνταν και ουσιαστικά ήταν αυτό που εξέπεμπε το απαλό γαλάζιο φως.
Σκέφτηκε ότι μάλλον ονειρεύονταν ή ότι ο πυρετός τον έκανε να βλέπει οράματα. Έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια, μα όταν τα ξανάνοιξε το παράξενο αντικείμενο όχι μόνο συνέχιζε να βρίσκεται εκεί αλλά τον είχε πλησιάσει ακόμη περισσότερο. Βρισκόταν σχεδόν από πάνω του.
Τώρα μπορούσε να το ξεχωρίσει και άνετα, παρά την ελαφριά θολούρα που ένιωθε στα μάτια. Επρόκειτο για ένα ινδιάνικο φυλαχτό, από αυτά που κάποιες φυλές τα χρησιμοποιούσαν και για ονειροπαγίδες τις νύχτες, πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Θυμόταν ότι είχε και ο ίδιος ένα τέτοιο, όταν ήταν μικρός. Του το είχε φέρει ο πατέρας του, πριν φύγει από τη ζωή.
Η περιέργεια νίκησε τον φόβο και άπλωσε το χέρι του για να το αγγίξει. Μια δροσιά και μια ευδιαθεσία τον τύλιξαν καθώς τα δάχτυλά του διαπερνούσαν το γαλάζιο φως. Όμως, μόλις άγγιξε το φυλαχτό, το φως χάθηκε απότομα και ένας σκληρός γδούπος ακούστηκε δίπλα του. Σαν κάτι βαρύ και μεταλλικό να έπεσε στο δάπεδο του δωματίου.
Η αλήθεια ήταν ότι τρόμαξε. Ποτέ στην ζωή του δεν είχε ξανανιώσει τόσο περίεργα. Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες των παιδικών του χρόνων, τότε που οι γονείς του προσπαθούσαν να τον τρομάξουν για να καθίσει ήσυχος.
Και πάλι η περιέργεια νίκησε τον φόβο και άπλωσε το χέρι του στο σκοτάδι. Αυτό που άγγιξε ήταν κάτι γνώριμο. Η μεταλλική υφή ενός τουφεκιού.
-Αυτό είναι αδύνατο…, μονολόγησε.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε θόρυβος βημάτων να κατεβαίνουν τα σκαλοπάτια και μετά μια ψιθυριστή φωνή:
-Χλωμό πρόσωπο Τόνυ ξύπνα, πρέπει να φύγουμε αμέσως…
Έπιασε το όπλο και το τράβηξε πάνω του. Στη συνέχεια έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί. Ξαφνικά, ένιωθε πιο δυνατός. Φυσικά συνέχιζε να πονάει, όμως εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ο πόνος δεν ήταν ικανός να τον κρατήσει ξαπλωμένο.
Όταν το Γεράκι τον είδε να σηκώνεται μόνος του ξαφνιάστηκε.
-Είσαι καλύτερα; τον ρώτησε.
-Ναι, έτσι νομίζω, είπε ο Τόνυ.
-Οι Μεξικανοί κατεβαίνουν με σχοινιά από τον βράχο. Θ’ αρχίσουν να ψάχνουν παντού και δεν θ’ αργήσουν να μας ανακαλύψουν. Πρέπει να προσπαθήσουμε τώρα να φύγουμε!
Εκείνη τη στιγμή διέκρινε μέσα στο σκοτάδι αυτό που κρατούσε στο χέρι το τραυματισμένο παιδί.
-Τι είναι αυτό που κρατάς; Τουφέκι; Πού το βρήκες;
-Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τώρα, του είπε ο Τόνυ, όμως αν δεν κάνω λάθος, είναι το δικό μου τουφέκι που μου έπεσε το μεσημέρι.
-Μα… πώς;
-Θα σου πω άλλη ώρα. Βοήθησέ με τώρα ν’ ανεβούμε τα σκαλιά. Πώς λες να τους ξεφύγουμε;
Το Γεράκι έπιασε το χέρι του φίλου του και το πέρασε πάνω από τους ώμους του, για να μπορεί εκείνος να στηρίζεται. Ανέβηκαν έτσι τα πέτρινα σκαλοπάτια και βγήκαν έξω.
-Ίσως να πρέπει να ακολουθήσουμε τον δρόμο απ’ όπου ήρθαμε το πρωί, του είπε ψιθυριστά. Το πρόβλημα είναι ότι εσύ δεν θα μπορείς να κατεβαίνεις από τις ξύλινες σκάλες και θα πρέπει να ψάχνουμε άλλο δρόμο. Αυτό θα μας καθυστερήσει.
Ο Τόνυ, κοντοστάθηκε.
-Άκουσέ με πολύ προσεκτικά, είπε. Αν δούμε ότι δυσκολευόμαστε, τότε θα φύγεις μόνος σου. Εγώ θα μείνω πίσω και θα τους καθυστερήσω. Δεν θέλω να πάθεις κανένα κακό εξαιτίας μου…
-Ποιο τρελό πνεύμα μιλάει μέσα από το στόμα σου; τον διέκοψε το Γεράκι. Ξεχνάς ότι εξαιτίας μου βρισκόμαστε σε αυτή τη δύσκολη θέση; Οι Μεξικανοί μας κυνηγούν για τα άλογα που εγώ τους έκλεψα. Εσύ είσαι αυτός που διακινδυνεύεις τη ζωή σου για μένα. Δεν πρόκειται να σε παρατήσω εδώ, χλωμό πρόσωπο. Αν πρόκειται να γλιτώσουμε, τότε θα γλιτώσουμε μαζί…
Ο Τόνυ χαμογέλασε στο σκοτάδι. Άρχισαν να προχωρούν ανάμεσα στα ερειπωμένα οικήματα μέχρι που έφτασαν στην μπροστινή πλευρά του χωριού. Εκείνη τη στιγμή βγήκε το φεγγάρι και στο φως του μπόρεσαν να διακρίνουν την έρημη κοιλάδα.
Τώρα θα ήταν πιο εύκολο να εντοπίζουν τα σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να κατέβουν, όμως το κακό ήταν ότι το ίδιο εύκολα θα μπορούσαν να τους δουν από μακριά και οι Μεξικανοί.
Ο Τόνυ, όσο κυλούσαν τα λεπτά, αισθανόταν τον πόνο του ποδιού του να υποχωρεί και μπορούσε να κινείται πιο άνετα. Άρχισε να το πατάει καλύτερα και όταν έφτασε η στιγμή να κρεμαστούν και να κατέβουν από την πρώτη ξύλινη σκάλα, ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνε να το κάνει.
Πραγματικά, αν και το Γεράκι τον κοιτούσε με δυσπιστία και ήταν πάντα έτοιμος να τον βοηθήσει, έδειχνε να τα καταφέρνει μια χαρά.
Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούσαν να κινηθούν εντελώς αθόρυβα.
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε και μια σφαίρα έξυσε το αριστερό μπράτσο του νεαρού Ινδιάνου.
Η αντίδραση των δύο παιδιών ήταν άμεση. Γυρίζοντας αυτόματα τα κεφάλια τους, είδαν τον Χοσέ όρθιο σε μια ταράτσα, ένα επίπεδο παραπάνω, να τους σημαδεύει και πάλι.
Το Γεράκι, με μια απίστευτα γρήγορη κίνηση, εκτίναξε το μαχαίρι του προς τον αντίπαλό τους. Την ίδια στιγμή, ο Τόνυ, έστρεψε το τουφέκι του και πυροβόλησε τον ληστή.
Το μαχαίρι του νεαρού πολεμιστή χτύπησε στον τοίχο, κάτω ακριβώς από τα πόδια του Χοσέ. Η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη και ήταν δύσκολο να βρει τον στόχο του.
Από το όπλο του Τόνυ δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Αυτό που θα έπρεπε να είναι η σφαίρα, βγήκε από το τουφέκι του αλλά…
Ένα δυνατό γαλάζιο φως ταξίδεψε από την κάνη του όπλου μέχρι το σώμα του κακούργου. Εκείνος, αφού έφερε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, γκρεμίστηκε χωρίς να καταφέρει να βγάλει άχνα. Μόνο μια έκφραση απορίας πρόλαβε να χαραχτεί στο πρόσωπό του, πριν η ζωή τον εγκαταλείψει για πάντα.
Το Γεράκι γύρισε και κοίταξε τον Τόνυ με το στόμα ανοιχτό. Το ίδιο έκπληκτος τον κοιτούσε κι εκείνος. Τα μάτια και των δύο στράφηκαν στο τουφέκι, το οποίο ο Τόνυ το άφησε να πέσει από τα χέρια του. Δεν έκανε κανένα θόρυβο η πτώση του και αμέσως το τύλιξε μια γαλάζια λάμψη. Όταν το φως έσβησε, δεν υπήρχε τίποτα σ’ εκείνο το σημείο.
-Τα πνεύματα, είναι εδώ!, είπε φωναχτά το Γεράκι. Πάμε να φύγουμε τώρα, χλωμό πρόσωπο!
Άρχισαν και οι δύο να κατεβαίνουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έχοντας συνεχώς στο μυαλό τους αυτό που είχαν δει.
Κάποτε, τα παλιά πλίθινα σπίτια των Πουέμπλος πήραν τέλος. Άρχισαν να κινούνται με δυσκολία ανάμεσα σε πέτρες και βράχια, μέχρι που έφτασαν στο μονοπάτι που τους είχε οδηγήσει το πρωί εκεί.
Ο Τόνυ προχωρούσε με εξαιρετική άνεση, χωρίς να νιώθει πια καμία ενόχληση στο πόδι του.
-Στάσου!, φώναξε κάποια στιγμή στον φίλο του.
Το Γεράκι σταμάτησε να προχωρά και γύρισε κοντά του.
-Τι συμβαίνει; ρώτησε.
-Πρέπει να δω κάτι, είπε ο Τόνυ και, αφού γονάτισε, άρχισε να ξετυλίγει το τραύμα του. Το φως του φεγγαριού ήταν αρκετό για να δουν και οι δύο ότι δεν υπήρχε καμιά πληγή πια εκεί.
Κοιτάχτηκαν για ακόμη μια φορά, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν.
-Αν τα πνεύματα ήρθαν σε αυτό το χωριό απόψε, είπε ο Τόνυ, τότε σίγουρα το έκαναν για να μας βοηθήσουν, δεν νομίζεις;
Ο νεαρός ερυθρόδερμος δεν μίλησε, όμως ήταν φανερό ότι ήταν πολύ ταραγμένος. Έπιασε από το μπράτσο τον φίλο του και τον τράβηξε να σηκωθεί.
-Πρέπει να φτάσουμε στ’ άλογα, είπε και στράφηκε να προχωρήσει. Όμως, στο πρώτο κιόλας βήμα του, χτύπησε με το πόδι του κάποιο αντικείμενο. Κοντοστάθηκε και έσκυψε να το πιάσει. Όταν σηκώθηκε το βλέμμα του ήταν καρφωμένο σε αυτό που κρατούσε.
Ο Τόνυ είδε ότι ήταν ένα μαχαίρι.
-Είναι… το μαχαίρι σου; τον ρώτησε.
-Δεν… δεν καταλαβαίνω… Πώς μπορεί; Το πέταξα πριν λίγο εκεί πάνω, είπε και έδειξε με το χέρι του προς τη μεριά του χωριού.
Ο Τόνυ δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο. Μια δυνατή, τραχιά φωνή ακούστηκε από κάπου πλάι τους, ανάμεσα στα βράχια.
-Το ήξερα πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα πέφτατε στα χέρια μου, καταραμένοι! Σηκώστε γρήγορα τα χέρια ψηλά!
Ένας χοντρός Μεξικανός έκανε την εμφάνισή του κρατώντας από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι. Δεν ήταν άλλος από τον Γκαρσία που, αφού άφησε τον Χοσέ πάνω στο χωριό, ξαναγύρισε στο μονοπάτι για να κλείσει στους δυο εχθρούς του κάθε δίοδο διαφυγής.
Για ακόμη μια φορά τα δύο παιδιά αντέδρασαν εκπληκτικά γρήγορα. Ο Τόνυ -ο οποίος ήταν άοπλος- έκανε μια βουτιά στο πλάι, προσπαθώντας να καλυφτεί όσο μπορούσε πίσω από μια μεγάλη πέτρα. Ταυτόχρονα, έβαλε μια φωνή στον φίλο του:
-Γεράκι, καλύψου!
Ο νεαρός Ινδιάνος, όμως, την ίδια στιγμή έκανε κάτι άλλο. Με μια αστραπιαία αντίδραση, πέταξε το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του προς τον άνθρωπο που τους απειλούσε.
Με διαφορά μόλις ενός δευτερολέπτου, ο Γκαρσία πατούσε τις σκανδάλες των δύο περιστρόφων του. Οι σφαίρες έφυγαν από τα όπλα σχεδόν την ίδια στιγμή που ο κάτοχός τους δεχόταν το μαχαίρι στο στήθος. Η ελάχιστη μετατόπιση των χεριών του αρχιληστή ήταν αρκετή για να κάνει τις σφαίρες να χάσουν τον στόχο τους.
Ο Μεξικανός έχασε την ισορροπία του και έπεσε προς τα πίσω. Άφησε τα όπλα να πέσουν και έφερε τα χέρια στο στήθος, εκεί που βαθιά καρφωμένο βρισκόταν το μαχαίρι που θα τον έστελνε στον άλλο κόσμο. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει καθώς το κοιτούσε να αναδίδει ένα δυνατό γαλάζιο χρώμα.
Τα δύο παιδιά έτρεξαν και στάθηκαν από πάνω του. Εκείνος τους κοίταξε με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα χαρακτηριστικά του. Το φως που υπήρχε διάχυτο ανάμεσά τους, τον διευκόλυνε να διακρίνει τα πρόσωπά τους.
-Όχι…, δεν μπορεί να με νίκησαν δυο νιάνιαρα, ψέλλισε με δυσκολία. Είστε δαίμονες! Ήμουν τρελός που αποφάσισα να τα βάλω μαζί σας…
-Το λάθος το έκανες την μέρα που αποφάσισες να γίνεις ληστής, όχι σήμερα!, του είπε ο Τόνυ με μια λύπη στη φωνή του.
-Καταραμένοι δαίμονες…, έκανε ο Γκαρσία και έμεινε ακίνητος. Αμέσως το γαλάζιο φως που αναδύονταν από το φονικό μαχαίρι, έσβησε.
-Αυτός θα πρέπει να ήταν ο Φερνάντο Γκαρσία, είπε ο Τόνυ στον φίλο του. Τον ψάχνουν πολύ καιρό τώρα όλοι οι σερίφηδες στο Τέξας. Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να τον σταματήσει μέχρι σήμερα… Και το κατάφερες εσύ, με το δικό σου χτύπημα…
Το Γεράκι γύρισε και τον κοίταξε.
-Δεν ξέρω αν ήταν δικό μου το χτύπημα που τον σταμάτησε, χλωμό πρόσωπο Τόνυ, είπε. Μάλλον κάποιο καλό πνεύμα οδήγησε το χέρι μου…
Λίγη ώρα αργότερα τα δύο παιδιά έφτασαν στον χείμαρρο που είχαν κρύψει τα άλογα. Αφού έβγαλαν τους θάμνους με τους οποίους έκρυψαν το πρωί το πέρασμα, τράβηξαν τα ζώα και τα έβγαλαν από εκεί.
Πάνω σε έναν λόφο, κοντά στην μικρή λίμνη που είχαν γνωριστεί με τόσο περιπετειώδη τρόπο, έφτασε η ώρα οι δύο φίλοι να αποχωριστούν. Καβάλα στα άλογά τους έβλεπαν τον ήλιο να ανατέλλει.
-Το ραντς μου βρίσκεται πίσω από εκείνα τα υψώματα, είπε ο Τόνυ δείχνοντας με το χέρι του. Όποτε ο δρόμος σου σε φέρνει σε αυτά τα μέρη, να έρχεσαι να σε φιλοξενώ.
-Οι τέντες της φυλής μου μετακινούνται συνεχώς, είπε το Γεράκι. Δεν ξέρω που θα είμαστε σε λίγα φεγγάρια. Πάντως, σίγουρα θα βρεθούμε και πάλι εδώ κοντά κάποια μέρα. Ελπίζω να σε συναντήσω ξανά, χλωμό πρόσωπο Τόνυ.
Χωρίς να πει τίποτε άλλο, το Γεράκι τράβηξε το σχοινί με το οποίο είχε δέσει τα άλογά του και τα έβαλε να καλπάσουν προς τους πρόποδες του λόφου.
Ο Τόνυ περίμενε να τον δει να χάνεται, πριν τραβήξει τα χαλινάρια και στρέψει το άλογό του. Πίσω του τραβούσε την Ζωηρή, το θηλυκό πουλάρι για χάρη του οποίου είχε ζήσει όλη αυτή την περιπέτεια.
Στον δρόμο για το ραντς συνάντησε την ομάδα του σερίφη του Θορν. Εκείνος του εξήγησε ότι είχαν συλλάβει τέσσερις Μεξικανούς από την συμμορία του Γκαρσία. Οι Ινδιάνοι τους είχαν κλέψει τα άλογα κι έτσι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Γυρίζοντας, πέρασαν από το ραντς και η μητέρα του τους εξήγησε πως ο Τόνυ έλειπε μια ολόκληρη μέρα. Έτσι άρχισαν να αναζητούν και αυτόν…
Όταν ο νεαρός τους είπε πως στο ερειπωμένο χωριό των Πουέμπλος, στο βουνό, θα έβρισκαν νεκρούς και τους άλλους τρεις ληστές, ο σερίφης και οι άνδρες του δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους.
Όταν έφτασε στο ραντς, η μητέρα του έτρεξε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνη την ώρα δεν της είπε τίποτα για την περιπέτειά του, μην θέλοντας να την ανησυχήσει περισσότερο.
Βοήθησε τον Μιγκουέλ να ξεζέψει το άλογο και αφού έλυσε από την σέλα την δερμάτινη τσάντα του, την πήρε και πήγε στο δωμάτιό του για να ξεκουραστεί. Την ακούμπησε πάνω σε μια καρέκλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του.
Άρχισε να σκέφτεται τα γεγονότα των τελευταίων ωρών. Την επίθεση του πούμα, την συνάντηση με το Γεράκι, την καταδίωξή τους από τους ληστές, τον τραυματισμό του και τελικά την νίκη τους με την βοήθεια… Αλήθεια ποιου; Ποιος ή τι ήταν αυτό που τους βοήθησε να γλιτώσουν; Ίσως να μην το μάθαινε ποτέ…
Έκλεισε τα μάτια, όμως κάτι δεν του πήγαινε καλά και τα άνοιξε και πάλι. Γύρισε και κοίταξε την δερμάτινη τσάντα που είχε ακουμπήσει πάνω στην καρέκλα. Σαν κάτι να τον έσπρωχνε να την ανοίξει. Σηκώθηκε και την πήρε στα χέρια του. Με γρήγορες κινήσεις έλυσε τα λουριά της και την άνοιξε.
Σάστισε για λίγο, βλέποντας αυτό που υπήρχε μέσα. Ήταν ένα ινδιάνικο φυλαχτό, μια ονειροπαγίδα. Το κράτησε στο χέρι του για να επιβεβαιώσει κάτι για το οποίο ήταν από πριν σίγουρος.
Το αντικείμενο αυτό ήταν το ίδιο με αυτό που είχε δει την προηγούμενη νύχτα μέσα σε κείνο το ερειπωμένο σπίτι των Πουέμπλος.
Ξαφνικά, μια περίεργη αίσθηση τον τύλιξε και την ίδια στιγμή το φυλαχτό άρχισε να βγάζει ένα απαλό γαλάζιο φως. Καθόταν και το κοιτούσε μαγεμένος. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και η φωνή της μητέρας του που τον καλούσε για φαγητό.
Σηκώθηκε βιαστικά και άνοιξε την ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν ένα μικρό ξύλινο κουτί που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του πριν από χρόνια. Ήταν ένα όμορφο κουτί που στο πάνω μέρος του είχε χαραγμένο ένα όμορφο σχέδιο. Ποτέ δεν το είχε χρησιμοποιήσει, γιατί δεν ήξερε τι να βάλει μέσα. Το φυλαχτό χώρεσε ίσα-ίσα, λες και προορίζονταν γι’ αυτή τη θέση…
Όταν, λίγο αργότερα, κάθισε για φαγητό στο τραπέζι μαζί με την μητέρα του, της εξιστόρησε όλη την περιπέτειά του, αποφεύγοντας βέβαια να αναφερθεί στα περιστατικά εκείνα που ούτε και ο ίδιος μπορούσε να δώσει κάποια λογική εξήγηση…
Ίσως τελικά να ήταν ένα παραμύθι αυτό που έζησε και ως τέτοιο να το εξιστορούσε κάποτε στα παιδιά ή στα εγγόνια του…

***

Ο παππούς κοιτάζει τα δυο όμορφα παιδάκια που κοιμούνται γαλήνια στο κρεβάτι τους. Τακτοποιεί για άλλη μια φορά τα σκεπάσματά τους και ρίχνει ένα ξύλο στη φωτιά.
Η γιαγιά έχει αποκοιμηθεί κι εκείνη από ώρα, στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Ετοιμάζεται να την σκουντήξει, όμως την τελευταία στιγμή συγκρατεί το χέρι του.
Στρέφει και πηγαίνει στο βάθος του δωματίου, όπου υπάρχει μια ντουλάπα. Ανοίγει ένα από τα συρτάρια της και, αφού ανακατεύει μερικά ρούχα, τα χέρια του βγάζουν από εκεί ένα μικρό ξύλινο κουτάκι τυλιγμένο με ένα λεπτό σχοινί.
Γυρίζει το κεφάλι για να βεβαιωθεί ότι δεν τον κοιτάζει κανείς κι έπειτα, με αργές κινήσεις αρχίζει να λύνει το σχοινί, αποκαλύπτοντας ένα όμορφο σχέδιο που υπάρχει χαραγμένο στο επάνω μέρος του κουτιού.
Αργά-αργά ανασηκώνει το καπάκι και αμέσως ένα απαλό γαλάζιο χρώμα αρχίζει να διαχέεται σε όλο το δωμάτιο.
Μέσα στο κουτί υπάρχει ένα παλιό ινδιάνικο φυλαχτό, μια ονειροπαγίδα, την οποία ο παππούς μένει να κοιτάζει για αρκετή ώρα με ένα βαθύ χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του.
-Τελικά, εσύ τι είσαι;, ψιθυρίζει. Ιστορία ή παραμύθι;…

ΤΕΛΟΣ


ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ
ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΫ!
Εσύ, το απέκτησες;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...