Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Ανακαλύψαμε το προοίμιο του Μικρού Σερίφη;


Το περιοδικό "Τα Ελληνόπουλα" ήταν μια δεκαπενθήμερη έκδοση που κυκλοφόρησε το 1933. Στο τεύχος 20, ο φίλος Πάνος (rotagiatipino), κατόρθωσε να εντοπίσει ένα γουέστερν διήγημα με τον τίτλο "Ο μυστηριώδης κάου-μπόυ". Σε αυτό, μια συμμορία καταδυναστεύει μια ολόκληρη περιοχή, τρομοκρατώντας τους κατοίκους. Ο σερίφης προσπαθεί να τους εντοπίσει, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Κι εδώ, τώρα, είναι που αρχίζουν οι... μυστηριώδεις συμπτώσεις.
Ο σερίφης έχει έναν γιο που τον λένε Τζιμ. Το παλληκάρι αυτό είναι δεκαοκτώ χρόνων και άριστος καβαλάρης. Είναι πανούργος, ξέρει να χρησιμοποιεί τις γροθιές του και είναι και θαρραλέος. Μήπως σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;
Προφανώς και ναι. Όλα τα παραπάνω είναι στοιχεία που έχει και ο Τζιμ Άνταμς, ο δικός μας Μικρός Σερίφης. Πώς είναι δυνατόν, όμως; Γιος σερίφη, με το ίδιο όνομα, την ίδια ηλικία και με κοινά χαρακτηριστικά και δεξιότητες;
Καταρχάς, αποκλείουμε το γεγονός να έγραψε το διήγημα αυτό ο συγγραφέας του Μικρού Σερίφη, Πότης Στρατίκης, ο οποίος εκείνη την εποχή πρέπει να ήταν μικρό παιδάκι. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, όμως, να είχε στην κατοχή του το περιοδικό αυτό, όταν πολλά χρόνια αργότερα άρχισε να εργάζεται σε διάφορα έντυπα της εποχής και να γράφει τα δικά του διηγήματα. Είναι πολύ πιθανόν, ψάχνοντας να βρει ιδέες για τις δικές του ιστορίες, να διάβαζε παλαιότερες δημοσιευμένες με την ίδια θεματολογία. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ο κος Στρατίκης διάβαζε πάρα πολύ και ξεφύλλιζε τα πάντα. Σίγουρα, λοιπόν, δεν θα άφηνε αδιάβαστο ένα τέτοιο διήγημα αν έπεφτε στα χέρια του. Τώρα, κατά πόσο αυτό λειτούργησε τελικά ως μοχλός έμπνευσης για το ξεκίνημα του θρυλικού Μικρού Σερίφη, είναι κάτι που είμαστε σίγουροι ότι δεν θα μπορεί να το θυμάται ούτε ο ίδιος...
Και ίσως, τελικά, να πρόκειται απλά για μια φοβερή σύμπτωση, απ' αυτές που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας αλλά δυσκολευόμαστε να τις εντοπίσουμε.
Εμείς, παραθέτουμε εδώ αυτούσιο το διήγημα (σελ. 319-321) για να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.



------------------------------------


ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΥΛΙΚΗ ΤΕΤΡΑΔΑ!
Εσύ θα βοηθήσεις;
ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Κάρολος Ντίκενς – Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Charles Dickens - A Christmas Carol

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΑΡΛΕΪ
Παραμονὴ Χριστουγέννων. Σκυμμένος πάνω ἀπ᾿ τὸ γραφεῖο του, ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ δούλευε ἀσταμάτητα. Τὸ δωμάτιο ἦταν μᾶλλον κρύο, γιατί τὰ λιγοστὰ κάρβουνα στὴ σόμπα δὲν ζέσταιναν ἀρκετά. Ὄχι ότι ἔλειπαν τοῦ Σκροῦτζ τὰ χρήματα γιὰ ν᾿ ἀγοράσει περισσότερα κάρβουνα. Ἀλλὰ ὁ Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ ἦταν ἕνας φοβερὸς τσιγκούνης! Στὸ διπλανὸ δωμάτιο, χωρὶς θερμάστρα, ἐργαζόταν ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, ὁ κλητήρας του, ποὺ ἔτρεμε ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν παγωνιά. Ξαφνικὰ ἡ πόρτα ἄνοιξε κι ἕνας χαμογελαστὸς ἄντρας μπῆκε στὸ γραφεῖο.
«Θεῖε, Καλὰ Χριστούγεννα!».
«Κακά, ψυχρὰ κι ἀνάποδα...» γκρίνιαξε ὁ Σκροῦτζ.
«Θεῖε μου, μὴ μουτρώνεις. Ἦρθα νὰ σὲ καλέσω γιὰ τὸ μεσημέρι», εἶπε ὁ Φρέντ, ὁ ἀνιψιός του.
Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση. Ποτέ του δὲν γιόρταζε τὰ Χριστούγεννα. Τὰ θεωροῦσε χάσιμο χρόνου. Ὅμως ἡ ἀπάντηση τοῦ Σκροῦτζ δὲ χάλασε τὸ κέφι τοῦ Φρέντ. Ἔφυγε χαμογελαστός, ἀφοῦ προηγουμένως ἀντάλλαξε εὐχὲς μὲ τὸν Μπὸμπ Κράτσιτ.
Λίγα λεπτὰ ἀργότερα χτύπησαν τὴν πόρτα. Ὁ ὑπάλληλος ἔτρεξε ν᾿ ἀνοίξει. Παρουσιάστηκαν δυὸ κύριοι.
«Ἐδῶ εἶναι ἡ ἑταιρεία Σκροῦτζ καὶ Μάρλεϊ;» ρώτησε ὁ πρῶτος.
«Ὁ συνέταιρός μου, ὁ Μάρλεϊ, πέθανε σὰν ἀπόψε πρὶν ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια», τοῦ ἀπάντησε ψυχρὰ ὁ Σκροῦτζ.
«Τὰ συλλυπητήρια μου», εἶπε ὁ δεύτερος.
«Ἐμεῖς κάνουμε ἔρανο γιὰ τοὺς φτωχούς. Αὔριο, ποὺ ξημερώνει μέρα χαρᾶς, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, ἄνθρωποι ποὺ ὑποφέρουν ἀπὸ τὸ κρύο καὶ τὴν πείνα. Μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴ συνδρομή σας;».
Ὁ γέρο-σπαγκοραμμένος δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ξοδέψει οὔτε μία πένα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς συνανθρώπους του καὶ ἀπάντησε ἀρνητικὰ στοὺς δυὸ ἐπισκέπτες.
Ἐκεῖνοι ἔφυγαν ἀπογοητευμένοι, χωρὶς νὰ τὸν πιέσουν περισσότερο.
Νύχτωσε. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ κλείσει τὸ γραφεῖο. Ὁ Σκροῦτζ φόρεσε τὸ παλτὸ καὶ τὸ καπέλο του καὶ πῆρε στὸ χέρι τὸ μπαστούνι του. Μὲ τὴ σειρά του, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἑτοιμάστηκε κι αὐτὸς νὰ φύγει.
«Ὑποθέτω ὅτι δὲν θέλεις νὰ δουλέψεις αὔριο», τοῦ εἶπε ὁ Σκροῦτζ μὲ δυσφορία. Ὁ Μπὸμπ κούνησε καταφατικὰ τὸ κεφάλι.
«Ἂ-ἂ-ἂν δὲ σᾶς πειράζει, κύ-κύ-κύριε Σκροῦτζ», τραύλιζε ὁ καημένος ὁ Μπόμπ.
«Δὲ μοῦ ἀρέσει νὰ σὲ πληρώνω ὅταν δὲν ἐργάζεσαι», τὸν διέκοψε ὁ Σκροῦτζ. «Πάντως, μεθαύριο θὰ πιάσεις ἀπὸ νωρὶς δουλειά!».
Ὁ Μπὸμπ τὸν εὐχαρίστησε κι ἔτρεξε ἔξω νὰ βρεῖ κάτι παιδάκια ποὺ διασκέδαζαν κάνοντας τσουλήθρα στὸν παγωμένο δρόμο.
Ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ γιορταστικὴ ἀτμόσφαιρα, ὁ Σκροῦτζ ἔφαγε, ὅπως συνήθως, μόνος του σὲ μιὰ γειτονικὴ ταβέρνα.


Ἔπειτα, τράβηξε γιὰ τὸ σπίτι του. Τὸ κτίριο ὅπου ἔμενε βρισκόταν στὴν ἄκρη ἑνὸς στενοῦ καὶ σκοτεινοῦ δρόμου. Τὸ παλιὸ καὶ φθαρμένο διαμέρισμα ἀνῆκε κάποτε στὸ συνέταιρό του, τὸν Τζὰκ Μάρλεϊ.
Ὁ Σκροῦτζ ἔβγαλε τὸ κλειδὶ γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν ἐξώπορτα. Τὸ ρόπτρο, ἂν καὶ μεγάλο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερα ὄμορφο πάνω του. Κι ὅμως, ἐκείνη τὴ βραδιὰ ἔμοιαζε λουσμένο σ᾿ ἕνα ἀπόκοσμο φῶς. Ὁ Σκροῦτζ, πραξενεμένος, ἔσκυψε νὰ ἐξετάσει καλύτερα... καὶ τότε ἀντίκρισε τὸ πρόσωπο τοῦ Μάρλεϊ νὰ τὸν κοιτάζει!.. Τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ὅμως ξανάγινε ἕνα κοινότατο ρόπτρο. Ταραγμένος ὁ Σκροῦτζ μπῆκε στὸ διαμέρισμα, μαντάλωσε τὴν πόρτα πίσω του καὶ προχώρησε στὴ σάλα.
Στὴ συνέχεια, ἔβγαλε τὸ παλτό του, φόρεσε τὶς παντόφλες του καὶ κάθησε μπροστὰ στὸ τζάκι. Πάνω στὴ σχάρα τρεμόσβηναν λίγες ἀδύναμες φλόγες. Ξαφνικά, ἀπ᾿ τὴ μεριὰ τῆς ἀποθήκης ἄκουσε νὰ σέρνονται βαριὲς ἁλυσίδες. Μέσα ἀπὸ τὴν κλειστὴ πόρτα γλίστρησε μία παράξενη σκιὰ καί, αἰωρούμενη, ἦρθε καὶ στάθηκε στὴ μέση του δωματίου. Τούτη τὴ φορὰ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀμφιβολία. Ἦταν τὸ φάντασμα τοῦ παλιοῦ συνεταίρου τοῦ Σκροῦτζ, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀκριβῶς πρὶν ἑφτὰ χρόνια. Ὁ γέρος δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει στὰ μάτια του.
«Ποιὸς εἶσαι;» ψιθύρισε.
«Ποιὸς ἤμουν!» τὸν διόρθωσε τὸ φάντασμα. «Ἤμουν ὁ Τζὰκ Μάρλεϊ, ὁ συνέταιρός σου. Δὲ μὲ θυμᾶσαι;».
Τὸ φάντασμα τοῦ Μάρλεϊ κάθησε στὴν ἀγαπημένη του πολυθρόνα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ κόντευε νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸ φόβο του, τὸν ρώτησε ἱκετευτικά: «Τζάκ, πές μου, τί θέλεις;».
«Βλέπεις αὐτὲς τὶς ἁλυσίδες;» τὸν ρώτησε τὸ φάντασμα. «Κάθε κρίκος τους ἀντιπροσωπεύει καὶ μία ἄσχημη κουβέντα τῆς ζωῆς μου. Ὅσο γιὰ τὰ βαριὰ χρηματοκιβώτια ποὺ σέρνω; Εἶναι τὰ πλούτη ποὺ συγκέντρωσα καὶ δὲν τὰ χρησιμοποίησα σωστά. Ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ τὰ σκεφτεῖς σοβαρὰ καὶ νὰ δεῖς καὶ τὴ δική σου ζωὴ ἀλλιῶς, Σκροῦτζ!». Τὸ φάντασμα σώπασε γιὰ λίγο κι ὕστερα συνέχισε:
«Ἦρθα νὰ σὲ προειδοποιήσω. Ἔχεις ἀκόμη μιὰ εὐκαιρία νὰ γλιτώσεις ἀπὸ τὴ δική μου μοίρα, θὰ ἔρθουν τρία πνεύματα. Τὸ πρῶτο θὰ σὲ ἐπισκεφθεῖ ἀπόψε, στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ δεύτερο αὔριο, τὴν ἴδια ὥρα. Καὶ τὸ τρίτο μεθαύριο, μόλις χτυπήσει τὸ ρολόι δώδεκα. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία σου ἐλπίδα!...».
Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ὁ Μάρλεϊ ξαναέφυγε γιὰ νὰ συναντήσει τὰ ἄλλα φαντάσματα ποὺ περιπλανιοῦνται ἀσταμάτητα στὶς ὁμίχλες τῆς αἰωνιότητας. Ἐξαντλημένος ὁ Σκροῦτζ, ἔπεσε χωρὶς νὰ γδυθεῖ στὸ κρεβάτι του κι ἀποκοιμήθηκε ἀμέσως.


ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ
Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς.
Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα.
«Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω».
Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.
Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη.
«Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ.
«Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα.
«Θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος.
«Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα.
Ύστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε!
«Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν».
Ὁ Σκροῦτζ χάρηκε πολὺ ποὺ ξαναεῖδε φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ τὰ νιᾶτα του. Καὶ τούτη ἡ χαρὰ ἦταν πρωτόγνωρη γι᾿ αὐτόν. Σὲ λίγο, οἱ δυὸ ταξιδιῶτες ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χωριουδάκι. Μπῆκαν σ᾿ ἕνα μεγάλο κτίριο χτισμένο ἀπὸ τοῦβλα. Στὸ ἐσωτερικὸ ἀντίκρισαν σειρὲς θρανία. Ἦταν σχολεῖο μὲ οἰκότροφους μαθητές, ποὺ σπούδαζαν μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους.
Σὲ κάποιο θρανίο, ἕνα μοναχικὸ ἀγόρι, καθόταν καὶ διάβαζε. Κατὰ τρόπο μαγικό, οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου πρόβαλαν ἐμπρὸς στὸ παιδὶ - ὁ Ἀλῆ Μπαμπᾶ μὲ τὴν ἀνατολίτικη φορεσιά του, ὁ Ροβινσῶν Κροῦσος μὲ τὸν παπαγάλο του στὸν ὦμο, κι ἄλλοι πολλοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ Σκροῦτζ ἐνθουσιάστηκε βλέποντας τοὺς ἥρωες τῶν σχολικῶν του χρόνων. Ἔπειτα, ὅμως, κατάλαβε. Τὸ μοναχικὸ ἀγόρι, μὲ μοναδικὴ παρέα τὰ βιβλία, ἦταν ὁ ἑαυτός του. Κάθησε, τότε, σ᾿ ἕνα θρανίο καὶ ἔκλαψε πικρά.
«Πᾶμε τώρα νὰ ἐπισκεφτοῦμε κάποια ἄλλα Χριστούγεννα», τοῦ πρότεινε τὸ Πνεῦμα.
Καθὼς μιλοῦσε, παρατήρησε ὅτι τὸ παιδὶ μεγάλωσε κι ἔγινε ἔφηβος. Ὁ Σκροῦτζ ἤξερε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι μόνος. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους γιὰ τὶς διακοπές.
Ξαφνικά, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Μιὰ νέα καὶ ὄμορφη κοπέλα μπῆκε τρέχοντας στὴν αἴθουσα. Ἦρθε καὶ τὸν ἀγκάλιασε.
«Ἀδελφούλη μου», τοῦ φώναξε. «Ἦρθα νὰ σὲ πάρω. Θὰ πᾶμε στὸ σπίτι νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα!».
«Στὸ σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ.
«Ναί, ζήτησα ἀπὸ τὸν πατέρα νὰ σ᾿ ἀφήσει νὰ ξαναγυρίσεις γιὰ πάντα στὸ σπίτι. Συμφώνησε. Δὲ θὰ ξαναπᾶς ἐσωτερικὸς στὸ σχολεῖο!», τοῦ ξαναφώναξε χαρούμενη.
«Εἶναι πολὺ γλυκιὰ μὲ χρυσή, μὲ χρυσὴ καρδιά», σχολίασε τὸ Πνεῦμα. «Νομίζω ὅτι πέθανε νέα, πάνω στὴ γέννα!».
«Ναί...» ἀπάντησε σκεφτικὸς ὁ Σκροῦτζ.
Βγῆκαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο καὶ περιπλανήθηκαν στοὺς δρόμους. Οἱ βιτρίνες τῶν καταστημάτων ἦταν στολισμένες γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὸ Πνεῦμα στάθηκε ἐμπρὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα καὶ ρώτησε τὸν Σκροῦτζ ἂν τὸ ἀναγνωρίζει. Ἐκεῖνος κούνησε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Ἐδῶ πρωτοεργάστηκα σὰν μαθητευόμενος!».
Μπῆκαν μέσα. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καθόταν στὸ γραφεῖο.
«Αὐτὸς εἶναι ὁ γερό-Φέζιβικ!.. Ὁ γερό-Φέζιβικ ἀναστημένος!..» φώναξε μ᾿ ἐνθουσιασμὸ ὁ Σκροῦτζ.
Ἐκείνη τὴ στιγμή, ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ κι ἕνας ἄλλος μαθητευόμενος μπῆκαν στὴν αἴθουσα.
«Μαζέψτε τα ὅλα», τοὺς εἶπε ὁ Φέζιβικ, «νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ γιορτή!».
Οἱ μαθητευόμενοι δὲν περίμεναν νὰ τὸ ἀκούσουν δεύτερη φορά. Πρὶν προλάβει ὁ γέρο-Σκροῦτζ ν᾿ ἀνοιγοκλείσει τὰ μάτια, ὅλα ἦταν καθαρὰ καὶ τακτοποιημένα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν οἱ καλεσμένοι. Ἡ γιορτὴ εἶχε ὀργανωθεῖ γιὰ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Φέζιβικ.


Σύντομα ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορὸς ἄναψαν τὸ κέφι γιὰ τὰ καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα καὶ ποτά. Ἦταν πιὰ ἀργὰ ὅταν ξεκίνησαν νὰ φύγουν οἱ καλεσμένοι. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φέζιβικ ἕσφιξαν τὰ χέρια ὅλων καὶ τοὺς εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ἕσφιξαν τὰ χέρια ἀκόμη καὶ τῶν νεαρῶν μαθητευομένων πρὶν πᾶνε στὰ κρεβάτια τοὺς στὸ πίσω μέρος τοῦ καταστήματος. Ὁ γέρο-Σκροῦτζ ἔδειχνε ξετρελαμένος καθὼς παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἔνιωθε τόση χαρά, λὲς καὶ συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴ γιορτή. Ἀργὰ τὴ νύχτα τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Σκροῦτζ ἄκουσαν τοὺς μαθητευομένους νὰ κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στὰ κρεβάτια τους. Παίνευαν τὸ γέρο-Φέζιβικ καὶ τὸν εὐγνωμονοῦσαν γιὰ τὴν ὡραία γιορτὴ ποὺ τοὺς ἑτοίμασε.
«Καὶ τοῦ κόστισε μόνο τρεῖς ἢ τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως εἰρωνικὰ τὸ Πνεῦμα. «Ἔξοδο ποὺ ἄξιζε τὸν κόπο!». «Τὸ κόστος δὲν ἦταν ὑλικό», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ χρήματα, ἡ γιορτὴ θὰ εἶχε ἐπιτυχία γιατί ὁ Φέζιβικ ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ πάντοτε ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ κι εὐτυχία!».
Ξαφνικὰ ὁ Σκροῦτζ ἔκοψε τὴν κουβέντα του ἀπότομα.
«Τί σοῦ συμβαίνει;» τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «Μήπως ἔγινε κάτι ποὺ σὲ τάραξε;».
«Ὄχι, τίποτα... Νά, θὰ ἤθελα μόνο νὰ ἔχω πεῖ κάτι στὸν κλητήρα μου».
Ἡ σκηνὴ ἄλλαξε. Τώρα ὁ Σκροῦτζ ἦταν πλέον ὥριμος ἄντρας. Καὶ μία νέα γυναίκα ἐγκατέλειπε τὸ σπίτι. Ἔκλαιγε ἡ καημένη, βουβά. Γύρισε καὶ τοῦ εἶπε:
«Κάποτε ἤμασταν φτωχοὶ ἀλλὰ εὐτυχισμένοι. Τώρα σὲ κυβερνᾶ τὸ πάθος σου γιὰ τὸ χρῆμα!».
«Μά, μεταξύ μας, τίποτα δὲν ἄλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ.
«Ἐγὼ ἔμεινα ἡ ἴδια. Ἐσὺ ὅμως ἄλλαξες. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ παντρευτῶ. Σοῦ εὔχομαι κάθε εὐτυχία στὴ σταδιοδρομία ποὺ διάλεξες».
Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ γυναίκα βγῆκε στὸ δρόμο, ἐνῶ ὁ ἄντρας δὲ δοκίμασε νὰ τὴ σταματήσει.
«Πνεῦμα», φώναξε ὁ γέρο-Σκροῦτζ, «σταμάτα νὰ μὲ βασανίζεις, θέλω νὰ γυρίσω στὸ σπίτι. Δὲν ἀντέχω τὶς δυσάρεστες ἀναμνήσεις».
Μέσα σε μία στιγμὴ πέρασαν χρόνια. Καὶ ξαναεῖδαν τὴ νέα γυναίκα. Τώρα γελοῦσε τρισευτυχισμένη με τὴν κόρη της. Σὲ διαφορετικὲς περιστάσεις θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ παιδὶ τοῦ Σκροῦτζ. Ὁ πατέρας μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ἡ μικρὴ ἔτρεξε καὶ τὸν φίλησε. Ἀγκαλιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐμπρὸς στὸ ἀναμμένο τζάκι.
«Δὲν τὸ ἀντέχω», μούγκρισε ὁ γερο-Σκροῦτζ μὲ φωνὴ σπασμένη. Καὶ στράφηκε ἀπελπισμένος πρὸς τὸ Πνεῦμα, ποὺ μέσα στὴν ὁλοφώτεινη ἀνταύγεια τοῦ ἔμοιαζε σὰν νὰ εἰρωνεύεται τὴν ἀπελπισία του. Σὲ λίγο ἡ ὀπτασία τοῦ Πνεύματος ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ σβήνει σιγὰ-σιγά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως. Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε ἀφάνταστα κουρασμένος. Τὰ μάτια τοῦ βάρυναν. Ξαναγύρισε στὴν κρεβατοκάμαρά του. Μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ ξαπλώσει στὸ κρεβάτι κι ἔπεσε σὲ ὕπνο βαθύ.


ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ
Ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ, τὸ ρολόι χτυποῦσε μία. Μιὰ κατακόκκινη λάμψη ἐρχόταν ἀπ᾿ τὴ σάλα. Σηκώθηκε, φόρεσε τὴ ρόμπα του καὶ πῆγε νὰ δεῖ τί συμβαίνει. Ἡ σάλα εἶχε μεταμορφωθεῖ! Ἀπὸ τὸ πάτωμα ὡς τὸ ταβάνι ἦταν στολισμένη μὲ κισσό, λιόπρινο καὶ ἰξό. Στὸ τζάκι ἔκαιγε μία ζωηρὴ φωτιὰ καὶ στὴ γωνιὰ ὑψωνόταν ἕνας τεράστιος σωρὸς ἀπὸ φαγητὰ-γαλοποῦλες, χῆνες, πατάτες, μῆλα, καρύδια - ἐνῶ πάνω στὴν κορυφὴ καθόταν χαμογελαστὸς ἕνας γίγαντας μ᾿ ἕνα δαυλὸ ἀναμμένο στὸ ἀριστερό του χέρι.
«Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρόντος», τοῦ φώναξε φιλικά. «Ἔλα!». Ὁ Σκροῦτζ παρατήρησε τὸ Πνεῦμα. Ἦταν ντυμένο μ᾿ ἕνα μακρὺ λευκὸ χιτώνα. Καὶ πάνω στὰ μακριὰ μαῦρα του μαλλιὰ φοροῦσε ἕνα στεφάνι ἀπὸ λιόπρινο.
«Πήγαινε μὲ ὅπου θέλεις», ξερόβηξε ὁ Σκροῦτζ. «Πῆρα ἤδη μερικὰ μαθήματα ἀπ᾿ τὸ συνάδελφό σου. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ παρακολουθήσω καὶ τὰ δικά σου».
«Τότε πιάσου ἀπὸ τὸν ποδόγυρο τοῦ χιτῶνα μου», ἀπάντησε ὁ γίγαντας.
Ἡ χαρούμενη σάλα, ἡ διακόσμηση, τὰ φαγητά, ὅλα ἐξαφανίστηκαν.
Βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ ὑπαλλήλου του, τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ καὶ κοίταξαν ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἡ κυρία Κράτσιτ καὶ οἱ τρεῖς κόρες της φοροῦσαν παλιὰ φθαρμένα φορέματα, στολισμένα ὅμως μὲ κορδέλες γιὰ τὴ γιορτή, καὶ κάθονταν στὸ τραπέζι. Ξαφνικά, μπῆκαν τρέχοντας δυὸ ἀγοράκια.
«Μυρίσαμε γαλοπούλα ψητή! Τί καλά! Μοσχοβολᾶ ἀπὸ τὸ δρόμο!» φώναξαν μὲ ἐνθουσιασμό. Πίσω τοὺς ἐρχόταν ὁ πατέρας τους. Στοὺς ὤμους του κουβαλοῦσε τὸ μικρότερο γιό του, τὸν Τίμ. Τὸν ἀπέθεσε προσεκτικὰ στὸ πάτωμα. Τὸ παιδὶ ἦταν ἄρρωστο καὶ βάδιζε μὲ δεκανίκι.
Κάθησαν ὅλοι στὸ γιορτινὸ τραπέζι. Ἡ μικρὴ γαλοπούλα μοιράστηκε πολὺ προσεκτικὰ ὥστε νὰ φτάσει γιὰ ὅλους. Πάντως ἡ σκηνὴ ἦταν χαρούμενη. Οἱ δυὸ γονεῖς πρόσεχαν ἰδιαίτερα τὸν ἀνάπηρο Τίμ. Ἕνα χαμόγελο φώτισε τὸ χλωμό του προσωπάκι.
«Πνεῦμα», ρώτησε μὲ ξαφνικὸ ἐνδιαφέρον ὁ Σκροῦτζ, «ὁ μικρὸς Τὶμ θά... ζήσει ἀκόμη γιὰ πολύ;».
«Χμμ... τὸν περιβάλλουν σκιές. Ἂν τὸ μέλλον δὲν τὶς μεταβάλει, τὸ παιδάκι θὰ πεθάνει! Ἀλλὰ ἐσένα τί σὲ νοιάζει; Ἕνα στόμα λιγότερο σὲ τοῦτο τὸν πυκνοκατοικημένο κόσμο. Ἔτσι δὲν εἶναι;».
Ὁ Σκροῦτζ τότε θυμήθηκε ὅτι ὁ ἴδιος εἶχε ἐπαναλάβει πολλὲς φορὲς αὐτὴ τὴ φράση. Καὶ κατέβασε τὸ κεφάλι ντροπιασμένος.
Ξαφνικά, χωρὶς τὸ Πνεῦμα νὰ προσθέσει ἄλλη λέξη, βρέθηκαν στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. «Ὁ θεῖος Σκροῦτζ μᾶς θεωρεῖ τρελοὺς ποὺ γιορτάζουμε τὰ Χριστούγεννα. Κι ἔτσι, ἀρνήθηκε νὰ φάει μαζί μας σήμερα», εἶπε ὁ Φρέντ.
«Τί ἀπαίσιος ἄνθρωπος», ἀναστέναξε ἡ γυναίκα του ὑποτιμητικὰ καὶ οἱ καλεσμένοι κούνησαν τὰ κεφάλια γιατί συμφώνησαν μαζί της. Ἀλλὰ ὁ Φρὲντ πρόσθεσε πικραμένος: «Ἐγώ, πάντως, λυπᾶμαι εἰλικρινὰ ποὺ ὁ θεῖος ἔχασε μία εὐκαιρία νὰ χαρεῖ. Καὶ τώρα, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲ βρίσκεται μαζί μας, θὰ ἤθελα νὰ τοῦ ἐκφράσω τὶς καλύτερες εὐχές μου». Κι ἀμέσως σήκωσε τὸ ποτήρι καὶ ἤπιε στὴν ὑγειὰ τοῦ θείου του.
Γρήγορα ὅμως ἡ χαρούμενη ὁμήγυρη ξέχασε τὸν Σκροῦτζ. Ἔπαιξαν μουσική, χόρεψαν, διασκέδασαν μὲ παντομίμα. Ὁ Σκροῦτζ, ποὺ τόσο τοῦ ἄρεσε αὐτὸ τὸ παιχνίδι, συμμετεῖχε ὅλο χαρά, ξεχνώντας ὅτι κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ ἢ νὰ τὸν ἀκούσει. Τὸ Πνεῦμα τὸν παρακολουθοῦσε κι ἔμοιαζε νὰ τὸ γλεντάει μαζί του. Ἀλλὰ σύντομα ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φύγουν. «Ἔχουμε νὰ ἐπισκεφτοῦμε πολλὰ μέρη ἀκόμη ὥσπου νὰ περάσει ἡ νύχτα», εἶπε τὸ Πνεῦμα.
Καὶ ὁδήγησε τὸν Σκροῦτζ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι. Περπάτησαν μέσα στὸ κρύο καὶ στὸ χιονόνερο, σὲ βρωμερὰ στενὰ καὶ δρομάκια περίεργα, κι ἀκόμη κάτω ἀπὸ τὶς σκοτεινὲς γέφυρες τῆς πόλης. Ἐκεῖ ὁ Σκροῦτζ εἶδε δυστυχισμένους ἀνθρώπους πού, κολλημένοι σφιχτὰ ὁ ἕνας πάνω στὸν ἄλλον, προσπαθοῦσαν νὰ ζεσταθοῦν. Ἀνάμεσα τοὺς τριγύριζαν παιδάκια ποὺ ζητιάνευαν φαγητὸ ἀπ᾿ τοὺς περαστικούς. Κάπου μακριά, ἕνα ρολόι σήμανε μεσάνυχτα.
Ὁ Σκροῦτζ, τρομοκρατημένος ἀπ᾿ τὴν τόση ἀθλιότητα, ἀναζήτησε τὸ γιγάντιο Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο εἶχε ἐξαφανιστεῖ.


ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ
Σὲ λίγο, ἕνα ἄλλο φάντασμα, τυλιγμένο στὴν ὁμίχλη, προχώρησε ἀργὰ πρὸς τὸν Σκροῦτζ. Παρατήρησε ὅτι τὸ Πνεῦμα αὐτὸ φοροῦσε μία τεράστια μαύρη κάπα καὶ μία κουκούλα ποὺ τοῦ ἔκρυβε ἐντελῶς τὸ πρόσωπο. Ὁ Σκροῦτζ παραλίγο νὰ λιποθυμήσει ἀπὸ τὸν τρόμο του.
«θὰ πρέπει νὰ εἶσαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Μέλλοντος», ψιθύρισε. «Τί μοῦ ἐπιφυλάσσει τὸ μέλλον; Ἴσως ν᾿ ἀλλάξω... Εἶμαι ἕτοιμος νὰ σὲ ἀκολουθήσω».
Παρὰ τὰ γενναῖα του λόγια, ὁ Σκροῦτζ φοβόταν τόσο πολὺ αὐτὸ τὸ φάντασμα, ὥστε τὰ πόδια του ἄρχισαν νὰ τρέμουν. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνει βῆμα. Τὸ Πνεῦμα παρέμεινε ἀκίνητο περιμένοντας ὑπομονετικὰ τὸν Σκροῦτζ μέχρι νὰ συνέλθει. Ἔπειτα κινήθηκε ἀθόρυβα. Καὶ ὁ Σκροῦτζ τὸ ἀκολούθησε σὰν νὰ τὸν τύλιξε ἡ κάπα τοῦ Πνεύματος, ποὺ τὸν παρέσυρε στὸ ἄγνωστο.
Κοσμοσυρροὴ καὶ ὀχλαγωγία στὸ χρηματιστήριο. Τὸ Πνεῦμα μὲ τὸν Σκροῦτζ ἀνάμεσα στοὺς χρηματιστὲς καὶ στοὺς ἐμπόρους. «Πότε πέθανε;» ρώτησε κάποιος ἀπὸ τὸ πλῆθος. «Χθὲς βράδυ, νομίζω», ἀπάντησε ἕνας ἄλλος. «Δὲν πιστεύω νὰ πάτησε κανεὶς στὴν κηδεία του», σχολίασε ἕνας τρίτος. «Ἐπιτέλους ξεκουμπίστηκε... Τὸν σιχαίνονταν ὅλοι!».
Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε οἶκτο γι᾿ αὐτὸν ποὺ μιλοῦσαν. Ἀναρωτήθηκε γιὰ ποιὸ λόγο νὰ τὸν ἔφερε τὸ Πνεῦμα σὲ τοῦτο τὸ μέρος. Ἔπειτα ἀναγνώρισε κάποιον ἄλλο χρηματιστὴ στὴ συνηθισμένη του θέση. Μάταια ὅμως ἔψαξε νὰ βρεῖ καὶ τὸν ἑαυτό του.
«Ἴσως», σκέφτηκε, «ὁ Σκροῦτζ τοῦ μέλλοντος θὰ παρατήσει τὶς συναλλαγὲς καὶ θὰ στραφεῖ πρὸς ἄλλες δραστηριότητες...».
Γύρισε νὰ ρωτήσει τὸ Πνεῦμα. Ἀλλὰ ἐκεῖνο ἐξακολουθοῦσε νὰ σωπαίνει. Σήκωσε μόνο τὸ χέρι καὶ ἔδειξε μὲ τὸ μακρύ του δάχτυλο πρὸς κάποια κατεύθυνση. Ἦταν καιρὸς νὰ συνεχίσουν τὸ ταξίδι τους. Ὁ γέροντας ἔνιωσε νὰ διαπερνᾶ τὴ ραχοκοκαλιά του κρύος ἱδρώτας.
Ἔφτασαν σὲ μία κακόφημη γειτονιὰ τῆς πόλης. Ὁ Σκροῦτζ δὲν εἶχε ξαναπατήσει τὸ πόδι του ἐκεῖ. Στὴν ἄκρη ἑνὸς βρώμικου στενοῦ βρισκόταν ἕνα ἄθλιο καταγώγιο-φωλιὰ λωποδυτῶν! Μέσα, τρεῖς κλέφτες, ἕνας ἄντρας καὶ δυὸ γυναῖκες, μὲ τρύπια ροῦχα, μοιράζονταν τὴ λεία τους. Οἱ πεταμένες πάνω στὸ πάτωμα κουρτίνες ἦταν ἴδιες μ᾿ ἐκεῖνες τῆς κρεβατοκάμαρας τοῦ Σκροῦτζ.
«Καλὰ ποὺ κάναμε καὶ τὰ ἁρπάξαμε», κακάρισε ἡ μία γυναίκα. «Ἔτσι κι ἀλλιῶς, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ ἐνδιαφερθεῖ γιὰ τὰ πράγματά του», πρόσθεσε ὁ ἄντρας.
«Ἂ τὸ γέρο-τσιγκούνη», ἔβρισε ἡ ἄλλη γυναίκα. «Ἂν ἦταν ἐντάξει ἄνθρωπος, κάποιος θὰ βρισκόταν δίπλα του τὴν ὥρα ποὺ πέθαινε». Ὁ Σκροῦτζ παρακολουθοῦσε ἀηδιασμένος τὴν κουβέντα τους. «Πνεῦμα», φώναξε. «Πᾶμε νὰ φύγουμε, σὲ παρακαλῶ, ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀπαίσιο μέρος». Ἀλλὰ ἡ σιωπὴ τοῦ Πνεύματος τοῦ πάγωσε τὸ αἷμα.
«Πνεῦμα», κλαψούρισε ὁ Σκροῦτζ, «βοήθησέ με νὰ ξεχάσω τούτη τὴ θλιβερὴ σκηνή. Πήγαινέ με σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν εὐγενικὰ γιὰ τοὺς νεκρούς...».
Τὸ Πνεῦμα τὸν ὁδήγησε τότε σὲ δρόμους γνωστούς, πίσω στὸ σπίτι τοῦ Μπὸμπ Κράτσιτ. Ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του ἦσαν ὅλοι μαζεμένοι γύρω ἀπὸ τὴ φωτιά. Ὅμως τὸ φτωχικὸ δωμάτιο ἦταν παράξενα σιωπηλό.
«Δὲ θὰ ἀργήσει ὁ πατέρας σας», εἶπε ἡ κυρία Κράτσιτ. «Ἔχει καθυστερήσει μόνο λίγα λεπτά», εἶπε κάποιο ἀπὸ τὰ παιδιά. «Τοῦτες τὶς μέρες βαδίζει πιὸ ἀργά».
«Ἄχ!» ἀναστέναξε ἕνα ἄλλο. «Ὅταν κουβαλοῦσε τὸν Τὶμ στοὺς ὤμους ἐρχόταν τρεχάτος γιὰ τὸ σπίτι».
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ μπῆκε στὸ σπίτι. Εἶχε τὰ μάτια κατακόκκινα σὰν νὰ εἶχε κλάψει. Χαιρέτησε ὅμως τρυφερὰ ἕνα-ἕνα τὰ παιδιά του. Ἔπειτα εἶπε: «Ποτὲ δὲν πρόκειται νὰ ξεχάσουμε τὸ μικρούλη μας τὸν Τίμ, ἔτσι; Ἡ ἀνάμνηση τοῦ τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς εὐγενείας του θὰ μᾶς κρατήσει γιὰ πάντα ἑνωμένους!».
«Ναί! Ναί!» φώναξαν τὰ παιδιά. «Ἔ, τότε, μὲ κάνετε νὰ νιώθω εὐτυχισμένος», ἀπάντησε ὁ Μπὸμπ «πολὺ εὐτυχισμένος!».
Ἀγκαλιάστηκαν ὅλοι. Καὶ δάκρυα γέμισαν τὰ μάτια τοῦ Σκροῦτζ.
«Πνεῦμα», εἶπε ὁ Σκροῦτζ, «σὲ λίγο θὰ χωρίσουμε. Δὲ θὰ μοῦ ἐξηγήσεις τὸ νόημα ὅλων αὐτῶν; θὰ ἤθελα νὰ δῶ καὶ τὴ δική μου πορεία στὸ μέλλον».
Ξαναβγῆκαν στὸ δρόμο καὶ προχωρώντας, βρέθηκαν ἔξω ἀπὸ τὸ γραφεῖο τοῦ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα δὲν εἶχε πρόθεση νὰ σταματήσει. Τὸ μακρύ του δάχτυλο ἔδειχνε ἐμπρός.
«Σὲ παρακαλῶ, ἄφησε μὲ μία στιγμὴ νὰ δῶ πῶς θὰ εἶμαι στὸ μέλλον», ἱκέτευσε ὁ Σκροῦτζ. Τὸ Πνεῦμα κοντοστάθηκε σιωπηλό. Ὁ Σκροῦτζ κοίταξε ἀπὸ τὸ παράθυρο. Ἀναγνώρισε τὸ γραφεῖο του, ἀλλὰ ἡ ἐπίπλωση δὲν ἦταν πλέον ἡ δική του καὶ ὁ ἄνθρωπος ποὺ καθόταν στὴν πολυθρόνα δὲν ἦταν ὁ Σκροῦτζ! Τὸ Πνεῦμα, ἀμίλητο πάντα, προχώρησε. Ὁ Σκροῦτζ ἀκολούθησε τὰ βήματά του. Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔφτασαν σὲ μία καγκελόπορτα. Ὁ Σκροῦτζ γούρλωσε τὰ μάτια. Ἦταν τὸ νεκροταφεῖο. Τὸ Πνεῦμα πῆγε καὶ στάθηκε ἐμπρὸς ἀπὸ ἕναν τάφο. Ὁ Σκροῦτζ πλησίασε τρέμοντας. Πάνω στὴν ταφόπλακα διάβασε χαραγμένο τὸ ὄνομά του: «ΕΜΠΕΝΕΖΕΡ ΣΚΡΟΥΤΖ».


«Μά, τότε, στὸ χρηματιστήριο θὰ πρέπει νὰ μιλοῦσαν γιὰ μένα», κλαψούρισε, «καὶ οἱ κλέφτες λήστεψαν, μόλις πέθανα, τὸ δικό μου σπίτι!».
«Πνεῦμα, βοήθεια, βοήθεια!» φώναξε. «Δὲν θέλω νὰ τελειώσει ἔτσι ἡ ζωή μου. Μπορῶ... θέλω νὰ τὴν ἀλλάξω. Τὰ μαθήματα τῶν τριῶν πνευμάτων δὲν θὰ πᾶνε χαμένα. Μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τὸ μέλλον μου;».
Πάνω στὴν ἀγωνία τοῦ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιασε τὸ Πνεῦμα ἀπὸ τὴ μέση. Ἀλλὰ ἡ κάπα ἦταν ἄδεια -τὸ Πνεῦμα ἔγινε ἀτμός- καὶ ὁ Σκροῦτζ ἀγκάλιαζε στὴν πραγματικότητα τὸ κάγκελο τοῦ κρεβατιοῦ του! Ναί, τοῦ δικοῦ του κρεβατιοῦ! Βρισκόταν πάλι στὴν κρεβατοκάμαρά του. Ἀνακουφισμένος ἀπὸ τὴν ἀγωνία, κλαίγοντας καὶ γελώντας, ἔτρεξε νὰ ἀγγίξει τὶς κουρτίνες. Ἦταν ἐκεῖ, στὴ συνηθισμένη τοὺς θέση. Βάλθηκε νὰ χοροπηδᾶ σ᾿ ὅλο τὸ σπίτι γεμάτος εὐτυχία. Ὅλα ἦταν στὴ θέση τους! Τίποτα δὲν εἶχε ἀλλάξει! Καὶ τὴ μεγάλη του χαρὰ διέκοψαν μόνο οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν, ποὺ χτυποῦσαν χαρούμενες σ᾿ ὅλη τὴν πόλη.

ΤΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΕΛΟΣ
Ὁ Σκροῦτζ ἔτρεξε κι ἄνοιξε τὸ παράθυρο. Ὁ ἥλιος ἔλαμπε. Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό, ἀλλὰ τὸ πρωινὸ εὐχάριστο. «Τί ἡμέρα εἶναι σήμερα;», ρώτησε ἕνα ἀγόρι ποὺ περνοῦσε ἀπέξω. «Σήμερα ἔχουμε Χριστούγεννα!».
«Ἂ τότε, δὲν τὰ ἔχασα», φώναξε ὁ Σκροῦτζ. «Τὰ πνεύματα ἔκαναν τὴ δουλειὰ τοὺς μέσα σε μία μόνο νύχτα!».
«Ἀγόρι μου», ξαναεῖπε στὸ παιδί. «Τρέξε, σὲ παρακαλῶ, στὸ χασάπη καὶ πές του νὰ μοῦ φέρει τὴ μεγαλύτερη γαλοπούλα του. Θὰ σοῦ χαρίσω ἕνα σελίνι, ἴσως καὶ τρία, ἂν ἐπιστρέψεις μέσα σὲ πέντε λεπτά».
Τὸ παιδὶ δὲ δίστασε στιγμή. Ἔτρεξε γρήγορα καὶ ξαναγύρισε λαχανιασμένο, παρέα μὲ τὸν κρεοπώλη, ποὺ κουβαλοῦσε μία τεράστια γαλοπούλα.
«Θὰ τὴ στείλω στὸν Μπὸμπ Κράτσιτ», κρυφογέλασε ὁ Σκροῦτζ, «χωρὶς νὰ μάθει ποιὸς τοῦ τὴ δώρισε».
Τὸ πουλὶ ἦταν τόσο βαρύ, ὥστε ὁ Σκροῦτζ ἀναγκάστηκε νὰ καλέσει ἕνα ἁμάξι γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει ὡς τὸ σπίτι τοῦ κλητῆρα του. Ὁ Σκροῦτζ, χαμογελώντας, πλήρωσε τὸ ἀγοράκι, τὸ χασάπη καὶ τὸν ἁμαξᾶ. Ἔνιωθε ὑπέροχα.
Ὁ Σκροῦτζ ἔκανε τὸ μπάνιο του, φόρεσε ἕνα καθαρὸ κοστούμι καὶ βγῆκε περίπατο. Βάδιζε μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὴ ράχη, παρατηρώντας τοὺς περαστικούς. Ὅλοι ἦταν χαρούμενοι. Μερικοὶ τοῦ εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ὁ Σκροῦτζ ὁμολόγησε ὅτι ποτὲ δὲν εἶχε ἀκούσει πιὸ εὐχάριστα λόγια. Στὸ δρόμο συνάντησε ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ κυρίους ποὺ τὴν προηγουμένη τὸν εἶχαν ἐπισκεφθεῖ γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴ βοήθειά του γιὰ τοὺς φτωχούς.
«Καλέ μου κύριε», τοῦ φώναξε «πῶς εἶστε;».
Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος πλησίασε, ὁ Σκροῦτζ τοῦ ψιθύρισε κάτι στὸ αὐτί. Ἐκεῖνος τὸν κοίταξε κατάπληκτος. «Μιλᾶτε σοβαρά, κύριε Σκροῦτζ;» φώναξε. «Μὰ εἶστε πολὺ γενναιόδωρος!». «Μὴ μὲ εὐχαριστεῖτε», τοῦ ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Κάντε μόνο τὸν κόπο νὰ περάσετε μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς μέρες, ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ σύντομα, ἀπὸ τὸ γραφεῖο μου. Θὰ εἶναι δική μου εὐχαρίστηση!».
Στὸ τέλος, ὁ Σκροῦτζ κατέληξε ἐμπρὸς στὸ σπίτι τοῦ ἀνιψιοῦ του. Δίστασε γιὰ λίγο στὸ κεφαλόσκαλο. Ἀλλὰ μετὰ πῆρε τὴν ἀπόφαση καὶ χτύπησε τὸ κουδούνι. Ἡ ὑπηρέτρια τοῦ ἄνοιξε τὴν πόρτα.
«Τὸ ἀφεντικό σου εἶναι μέσα;» τὴ ρώτησε.
«Μάλιστα, κύριε. Περᾶστε. Κάθεται ἤδη μὲ τὴ σύζυγό του καὶ τοὺς καλεσμένους στὸ τραπέζι, θὰ σᾶς δείξω...».
«Δὲ χρειάζεται, καλή μου», τῆς ἀπάντησε ὁ Σκροῦτζ. «Γνωρίζω πολὺ καλὰ αὐτὸ τὸ σπιτάκι». Ἄνοιξε σιγανὰ τὴν πόρτα τῆς τραπεζαρίας καὶ ἔχωσε τὸ κεφάλι μέσα.
«Φρέντ», ρώτησε, «μπορῶ νὰ περάσω;».
«Ποιὸς εἶναι;» ρώτησε ἔκπληκτος ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Σκροῦτζ γυρνώντας τὸ κεφάλι του.
«Ὁ θεῖος σου ὁ Σκροῦτζ», τοῦ ἀπάντησε. «Ἦρθα γιὰ τὸ χριστουγεννιάτικο τραπέζι ποὺ μὲ κάλεσες!».
Ὁ Φρὲντ καὶ ἡ γυναίκα του χάρηκαν πολὺ ποὺ τελικὰ ὁ Σκροῦτζ ἀποφάσισε νὰ τοὺς κάνει τὴν τιμή. Καὶ ἡ γιορτὴ ἐξελίχτηκε θαυμάσια. Τὸ γεῦμα ἦταν νοστιμότατο. Ἀκολούθησαν μουσικὴ καὶ χορός. Ἔπαιξαν διάφορα διασκεδαστικὰ παιχνίδια καὶ φυσικὰ παντομίμα. Ἀλλὰ τὸ καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα ἦταν ἐκείνη ἡ ξέφρενη χαρὰ ποὺ ἔνιωθε μέσα του ὁ Σκροῦτζ.
Τὴν ἑπομένη, ὁ Σκροῦτζ πῆγε πολὺ νωρὶς στὸ γραφεῖο. Ἤθελε νὰ κάνει ἔκπληξη στὸν κλητήρα του, ποὺ ἤξερε ὅτι θὰ ἀργοῦσε νὰ φανεῖ στὴ δουλειά. Καὶ πράγματι, ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ ἦρθε λίγο πρὶν τὶς δέκα. Κάθησε ἀθόρυβα στὴ θέση του, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ Σκροῦτζ δὲ θὰ ἔπαιρνε εἴδηση τὴν καθυστέρησή του.
«Ἄαα!» γκρίνιαξε τότε ὁ Σκροῦτζ προσπαθώντας νὰ μιμηθεῖ τὸ γνωστὸ κακότροπο ὕφος του. «Τί σημαίνει πάλι αὐτό;».
«Συ-συ-συγγνώμη, κύριε», τραύλισε ὁ Μπὸμπ Κράτσιτ, «δὲν πρόκειται νὰ ξαναργήσω».
«Καὶ πῶς μπορεῖς νὰ δίνεις τέτοιες ὑποσχέσεις;» τοῦ εἶπε μουτρωμένος ὁ Σκροῦτζ. Ὁ Μπὸμπ ἄρχισε νὰ τρέμει. Φοβήθηκε τὴν ἀπόλυση.
«Πάντως, γιὰ τούτη τὴ φορά...» συνέχισε ὁ Σκροῦτζ «νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σοῦ αὐξήσω τὸ μισθό σου!».
Κατάπληκτος ὁ Μπὸμπ σκέφτηκε νὰ τρέξει γιὰ βοήθεια. Νόμισε ὅτι ὁ ἐργοδότης του τρελάθηκε!
«Καλὰ Χριστούγεννα, ἀγόρι μου», τοῦ εἶπε τότε ἤρεμος καὶ χαμογελαστὸς ὁ Σκροῦτζ, μὲ τρόπο τόσο εἰλικρινῆ, ὥστε τελικὰ τὸν ἔπεισε ὅτι τὰ εἶχε τετρακόσια. «Καὶ ὄχι μόνο θὰ σοῦ κάνω αὔξηση, ἀλλὰ θὰ βοηθήσω καὶ τὴν οἰκογένειά σου. Πήγαινε, ὅμως, πρῶτα σὲ παρακαλῶ, νὰ ἀγοράσεις κι ἄλλα κάρβουνα, θὰ ζεσταθοῦμε καλὰ κι ἔπειτα καθισμένοι δίπλα στὴ φωτιὰ θὰ συζητήσουμε ὅλες τὶς λεπτομέρειες».
Ὁ Σκροῦτζ κράτησε τὸ λόγο του. Καὶ σύντομα ὁ μικρὸς Τὶμ ξεπέρασε τὴν ἀρρώστια, ἀπέκτησε δυνάμεις κι ἔγινε ἕνα γελαστὸ καὶ ὄμορφο ἀγόρι, ποὺ ὁ Σκροῦτζ τὸ φρόντισε σὰν νὰ ἦταν δικό του παιδί. Ὁ πρώην τσιγκούνης ἔγινε πολὺ γενναιόδωρος κι ἦταν πάντα εὐγενικός με ὅλους. Μερικοὶ βέβαια τὸν κορόιδεψαν γιὰ τὴ μεταβολὴ τοῦ χαρακτήρα του. Ἀλλὰ ὁ Σκροῦτζ δὲν ἐνοχλήθηκε γιατί, ὅπως εἶπε πολὺ σοφά: «Καλύτερα νὰ σὲ περιγελοῦν παρὰ νὰ σὲ περιφρονοῦν!».
Ὁ Σκροῦτζ δὲν ξαναεῖδε τὰ πνεύματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅπως λένε, δὲν ὑπῆρχε ἄνθρωπος ποὺ νὰ γιορτάζει καλύτερα τὰ Χριστούγεννα ἀπὸ τὸν Ἐμπενέζερ Σκροῦτζ...


------------------------------------


ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΥΛΙΚΗ ΤΕΤΡΑΔΑ!
Εσύ θα βοηθήσεις;
ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!

Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014

Παραμονή Χριστούγεννα


Φώτης Κόντογλου - Παραμονὴ Χριστούγεννα

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ - ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!...

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο..., σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη...

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Νπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;...

Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:

Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…

Καὶ δὲν ξαναμίλησε.


------------------------------------


ΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΙ ΝΕΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΜΕ ΤΗΝ ΘΡΥΛΙΚΗ ΤΕΤΡΑΔΑ!
Εσύ θα βοηθήσεις;
ΠΑΤΗΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ!

Τετάρτη 6 Αυγούστου 2014

Γουέστερν διήγημα: Το χτύπημα του Γερακιού


ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 2011-2012
Κωδικός: Γ1-008

Συγγραφέας: Adamsjim

-Παππού, παππού! Θα μας πεις μια ιστορία;
Το παιδί δεν θα είναι πάνω από δέκα ετών. Μελαχρινό, με όμορφα ζωηρά μάτια και γλυκά χαρακτηριστικά. Στέκεται με τα χέρια ενωμένα παρακαλεστικά μπροστά στον ηλικιωμένο, ασπρομάλλη άντρα. Δίπλα του βρίσκεται ένα κοριτσάκι, περίπου δυο χρόνια μικρότερό του. Έχει φέρει κι εκείνο τα χεράκια του στην ίδια στάση, μιμούμενο τον αδελφό του.
-Ναι, ναι, παππούλη!, λέει. Πες μας σε παρακαλούμε μια ιστορία…
Ο ηλικιωμένος, παρόλο που φαίνεται ότι θέλει να κρατήσει ένα αυστηρό ύφος, δεν μπορεί να συγκρατήσει ένα χαμόγελο.
-Εντάξει, εντάξει, θα σας πω μια ιστορία, τους λέει. Πρώτα, όμως, θα πρέπει να φορέσετε τα νυχτικά σας και να ξαπλώσετε. Αν σας δει έτσι η γιαγιά σας, θα φωνάζει…
Με επιφωνήματα χαράς, τα δύο παιδιά κάνουν ότι τους είπε ο παππούς τους. Την ώρα που ξαπλώνουν στο μεγάλο κρεβάτι, κοντά στο τζάκι, ανοίγει και η πόρτα. Μια ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίζεται, κρατώντας μερικά κούτσουρα.
-Πώς το πάθατε και ξαπλώσατε; τους λέει βλέποντάς τα.
-Γιαγιάκα, πετάγεται το κοριτσάκι, ο παππούς μας υποσχέθηκε ότι θα μας πει μια ιστορία…
Η γυναίκα στρέφεται και κοιτάζει τον άντρα της, που μεταφέρει μια ξύλινη καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι που ξάπλωσαν τα παιδιά.
-Πάλι παραμύθια θα τους πεις; του λέει.
-Όχι, βέβαια!, κάνει λίγο πειραγμένος εκείνος. Απόψε θα τους πω μια πραγματική ιστορία που μου συνέβη όταν ήμουν μικρός…
Η γριά, κουνάει το κεφάλι της, καθώς ακουμπά τα κούτσουρα δίπλα από το τζάκι.
-Αυτό ακριβώς είπα κι εγώ!, λέει. Θα τους πεις παραμύθια…
Ο γέρος παύει να της δίνει σημασία. Τακτοποιεί λιγάκι τα σκεπάσματα των παιδιών και μετά προσπαθεί να καθίσει και ο ίδιος όσο πιο αναπαυτικά μπορεί στη καρέκλα.
-Λοιπόν, αγαπημένα μου παιδιά, τους λέει, η ιστορία που θα σας διηγηθώ απόψε, συνέβη όταν ήμουν δεκαπέντε ετών… Μπορεί να σας φανεί λίγο παράξενη, όμως σας ορκίζομαι ότι είναι πέρα για πέρα αληθινή…
Τα δυο παιδιά έχουν γουρλώσει από τώρα τα μάτια τους. Η γιαγιά τους έχει καθίσει στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι και έχει πιάσει τις βελόνες του πλεξίματος.
-Γέρο-παραμυθά…, λέει ψιθυριστά.
Ο παππούς κάνει ότι δεν άκουσε και αρχίζει την ιστορία του.
-Ήταν θυμάμαι, παιδιά μου, το πιο ζεστό καλοκαίρι που είχε ζήσει, μέχρι τότε, το Τέξας. Ακόμα και τις νύχτες η θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή. Όλα άρχισαν ένα τέτοιο ζεστό βράδυ, που εγώ κοιμόμουν με ανοιχτό το παράθυρο του δωματίου μου. Ξαφνικά, άκουσα τα άλογα που είχαμε στο κόραλ του ραντς να χλιμιντρίζουν ανήσυχα…

***

Ο δεκαπεντάχρονος Τόνυ Μπρίτζερ άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε στους αγκώνες του. Ναι, δεν έκανε λάθος, τα χλιμιντρίσματα ξανακούστηκαν. Κάτι συνέβαινε με τα άλογα.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι του και φόρεσε γρήγορα το παντελόνι και τα παπούτσια του. Κοίταξε από το παράθυρο και ξεχώρισε τα ζώα που είχανε συγκεντρωθεί στη μια πλευρά του φράκτη. Σίγουρα, κάτι τα είχε τρομάξει. Ίσως κάποιο φίδι.
Βγήκε από το οίκημα, αρπάζοντας την καραμπίνα του. Από τότε που είχε χάσει τον πατέρα του, είχε αναλάβει τον ρόλο του προστάτη στο σπίτι. Έτσι, είχε τα δικά του όπλα και το δικό του άλογο. Διοικούσε το μικρό ραντς με τη βοήθεια της μητέρας του και του γέρο-Μιγκουέλ, ενός ηλικιωμένου Μεξικανού τον οποίο είχε πολλά χρόνια στην δούλεψή του ο πατέρας του Τόνυ.
Καθώς το αγόρι έκανε να τρέξει προς το φράκτη με τα ζώα, διέκρινε έναν σκούρο όγκο να πλησιάζει προς τα εκεί. Σχεδόν αμέσως, κατάλαβε πως έχει να κάνει με ένα πούμα.
Γονάτισε με ψυχραιμία και έβαλε την καραμπίνα στον ώμο. Το αγρίμι κινούνταν αργά αλλά ο Τόνυ φοβόταν μη χτυπήσει κανένα άλογο, αν πυροβολούσε βιαστικά.
Ξαφνικά το πούμα άρχισε να τρέχει και έκανε ένα άλμα για να μπει μέσα από τον φράκτη. Ο Τόνυ σημάδεψε και πυροβόλησε. Το άγριο ζώο δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το έδαφος. Η σφαίρα το βρήκε και έπεσε νεκρό.
Όλα αυτά ήταν αρκετά, όμως, για να τρομάξουν τα άλογα. Πανικόβλητα αυτά άρχισαν να τρέχουν και να χτυπάνε πάνω στα ξύλα του φράκτη, ο οποίος υποχώρησε και τα ζώα απομακρύνθηκαν με άγρια χλιμιντρίσματα.
Ο γέρο-Μιγκουέλ και η μητέρα του Τόνυ έφτασαν κοντά του μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
-Τι έγινε, παιδί μου; ρώτησε ο ηλικιωμένος Μεξικανός, που κρατούσε στα χέρια του μια παλιά καραμπίνα. Ποιον πυροβόλησες;
Το παιδί τους χαμογέλασε για να τους καθησυχάσει.
-Ένα πούμα ήταν, Μιγκουέλ, είπε. Τα είχε βάλει με τα άλογα…
-Ένα πούμα; αναφώνησε τρομαγμένη η μητέρα του. Για όνομα του Θεού, Τόνυ! Τι δουλειά είχε εδώ πέρα το πούμα;
Ο Μιγκουέλ έσκυψε πάνω από το νεκρό ζώο.
-Ήταν ένα γέρικο πούμα, είπε. Μάλλον ήταν πολύ γέρικο για να μπορεί να κυνηγάει στα βουνά. Πείνασε και γι’ αυτό πλησίασε εδώ…
-Ήμασταν άτυχοι που επέλεξε εμάς, είπε ο Τόνυ. Τώρα θα πρέπει να τρέξουμε να μαζέψουμε τα άλογα…
Μέσα στο σκοτάδι, ο Μιγκουέλ και ο Τόνυ βγήκαν λίγο αργότερα από το ραντς. Τα άλογα είχαν απομακρυνθεί αρκετά, όμως μέχρι να ξημερώσει είχαν καταφέρει να τα συγκεντρώσουν σχεδόν όλα. Η μητέρα του χάρηκε πολύ μόλις τους είδε να γυρίζουν.
-Σας έχω ετοιμάσει φαγητό, τους είπε. Σίγουρα θα πεινάτε μετά από τόση κούραση… Τα βρήκατε όλα;
-Όχι, κυρία, είπε ο Μιγκουέλ. Λείπει ένα πουλάρι, όμως ο Τόνυ γύρισε για να φάει και θα πάει να το βρει…
-Δεν πρόκειται να το χάσω αυτό το ζώο, μητέρα!, έκανε ο Τόνυ. Είναι η Ζωηρή, αυτή με τις καφετιές κηλίδες.
Η μητέρα του τον κοίταξε ανήσυχη.
-Είναι όμορφο πουλάρι, του είπε, όμως δεν θέλω να απομακρυνθείς πολύ και να κινδυνέψεις. Προτιμώ να το χάσουμε παρά να πάθεις κάτι εσύ…
-Μην ανησυχείς, μητέρα. Εάν δω ως το μεσημέρι ότι δεν το έχω βρει, θα γυρίσω.
Μία ώρα αργότερα, το παιδί ήταν έτοιμο να ανέβει στο άλογό του και να ξεκινήσει, όταν είδε από μακριά πέντε καβαλάρηδες να πλησιάζουν στο ραντς.
-Μιγκουέλ!, φώναξε. Κάποιοι έρχονται!
Ο Μεξικανός, που είχε αρχίσει να επισκευάζει τον φράκτη για τα άλογα, άφησε να πέσει από τα χέρια του ένα ξύλο και στράφηκε προς τους καβαλάρηδες. Η μητέρα του Τόνυ βγήκε κι εκείνη έξω.
Όταν πλησίασαν αρκετά, ο Τόνυ διέκρινε κάτι να αστράφτει στο στήθος του ενός από αυτούς. Ήταν ο σερίφης του Θορν, της πιο κοντινής τους πόλης.
Μόλις έφτασαν, οι άντρες έβγαλαν από σεβασμό τα καπέλα τους.
-Καλημέρα, κυρία Μπρίτζερ, είπε ο σερίφης.
-Καλημέρα, σερίφη, είπε η μητέρα του Τόνυ. Ποιος καλός άνεμος σας φέρνει από τα μέρη μας;
-Δυστυχώς, κυρία, δεν είναι καλός ο άνεμος. Θέλαμε να μάθουμε αν είδατε τίποτα περίεργους τύπους να τριγυρνούν στην περιοχή σας τις τελευταίες ημέρες.
-Τι περίεργους τύπους; πετάχτηκε ο Τόνυ.
-Μεξικανούς ληστές, αγόρι μου… Ψάχνουμε τον Φερνάντο Γκαρσία και τη συμμορία του. Προχτές το πρωί αποπειράθηκαν να ληστέψουν την τράπεζα του Θορν. Ευτυχώς δεν τα κατάφεραν και τώρα έχουν βγει αποσπάσματα απ’ όλες τις κοντινές πόλεις για να τους βρουν.
-Δεν έχουμε δει τίποτα περίεργο, σερίφη, είπε η μητέρα του Τόνυ. Πάντως, εάν θέλετε, μπορείτε να μείνετε για λίγο, να φάτε κάτι πριν συνεχίσετε…
-Ευχαριστούμε πολύ, κυρία, όμως δεν θέλουμε να σας βάλουμε σε κόπο. Άλλωστε δεν πρέπει να χάνουμε και χρόνο. Αν δεν σας πειράζει, θα ποτίσουμε μόνο τα άλογα και θα φύγουμε…
Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο σερίφης και οι άντρες του είχαν φύγει. Ο Τόνυ, αφού πήρε μαζί του μια δερμάτινη τσάντα με λίγο φαγητό, καβάλησε κι αυτός το άλογό του και αφού χαιρέτησε την μητέρα του και τον Μιγκουέλ, βγήκε από το ραντς.
Δεν άργησε να βρει τα ίχνη του πουλαριού. Ο Τόνυ, αν και σχετικά μικρός, είχε μάθει πολλά από τα μυστικά της ζωής στην άγρια δύση. Τα ακολούθησε για αρκετή ώρα, όμως κάποια στιγμή τα έχασε καθώς μπήκε σε μια πετρώδη περιοχή. Χωρίς να απογοητευτεί, ακολούθησε μια κατεύθυνση στην τύχη.
Έπειτα, σκέφτηκε ότι κάπου εκεί κοντά υπήρχε μια πηγή και ότι ήταν πολύ πιθανό το τρομαγμένο ζώο να είχε βρει καταφύγιο εκεί.
Φτάνοντας στην κορυφή ενός μικρού λόφου είδε τα νερά της πηγής. Εκεί ήταν μαζεμένα πέντε-έξι άγρια άλογα και ανάμεσά τους ξεχώρισε και την Ζωηρή.
Άρχισε να κατεβαίνει σιγά-σιγά προς την πηγή. Τα υπόλοιπα άλογα απομακρύνθηκαν φοβισμένα, ενώ η Ζωηρή έμεινε ακίνητη να τον κοιτάζει. Ο Τόνυ ξεπέζεψε και πήρε το λάσο του από τη σέλα. Ετοιμάστηκε να το περάσει στο λαιμό του ζώου, όταν ακούστηκε μια διαπεραστική κραυγή και ένα ποδοβολητό.
Ξαφνιασμένος, στράφηκε και είδε έναν Ινδιάνο καβαλάρη να έρχεται προς τα πάνω του, κρατώντας ένα τόμαχόουκ! Μόλις που πρόλαβε να τραβηχτεί για να μην δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα. Ο καβαλάρης τον προσπέρασε για αρκετά μέτρα, μέχρι να καταφέρει να σταματήσει το άλογό του και να το στρέψει ξανά εναντίον του. Στο μεταξύ, όμως, ο Τόνυ αποφάσισε να περάσει στην αντεπίθεση με το μοναδικό όπλο που είχε στα χέρια του: το λάσο.
Αφού το έφερε μερικές στροφές, το πέταξε στον αέρα και αυτό διέγραψε έναν κύκλο και έπεσε γύρω από το σώμα του ερυθρόδερμου. Ο Τόνυ τράβηξε με δύναμη το σχοινί κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος. Εκεί έμεινε ακίνητος και ο Τόνυ υπέθεσε ότι χτύπησε το κεφάλι του σε κάποια πέτρα.
Τον πλησίασε και έσκυψε από πάνω του. Τότε μόνο διαπίστωσε ότι είχε να κάνει με ένα παιδί της ηλικίας του.
Ξαφνικά, ο νεαρός Ινδιάνος ζωντάνεψε και ως δια μαγείας, στο χέρι του βρέθηκε ένα μαχαίρι! Περισσότερο από ένστικτο, ο Τόνυ πρόλαβε να αποφύγει το φονικό όπλο. Η αντίδρασή του ήταν άμεση, καθώς κατάλαβε ότι η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή. Τίναξε τις γροθιές του και πέτυχε το νεαρό ερυθρόδερμο στο πρόσωπο. Σηκώθηκε όρθιος και έδωσε μια τρομερή κλωτσιά στο χέρι του αντιπάλου του, που τον έκανε να παρατήσει το μαχαίρι. Όταν αυτό περιήλθε στην κατοχή του Τόνυ, ο αντίπαλός του κατάλαβε ότι είχε χάσει το παιχνίδι.
-Μπορείς να μου πεις γιατί μου επιτέθηκες; τον ρώτησε ο Τόνυ.
Εκείνος, έμεινε γονατιστός με τα μάτια καρφωμένα στο χέρι του Τόνυ που κρατούσε το μαχαίρι.
-Χλωμό πρόσωπο, εσύ νίκησες, είπε. Το Γεράκι είναι έτοιμο να δεχτεί τη μοίρα του… Σκότωσέ με, λοιπόν, το αξίζω…
-Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση! Εγώ δεν έχω τίποτα μαζί σου! Γιατί να σε σκοτώσω;
-Γιατί είσαι λευκός και είμαι εχθρός σου. Όλα τα χλωμά πρόσωπα ήταν πάντα εχθροί της φυλής μου!
-Κάνεις λάθος! Εγώ δεν σε θεωρώ εχθρό μου, αν εξαιρέσω ότι πήγες να με σκοτώσεις. Ανήκεις στους Κομάντσι, έτσι δεν είναι;
-Ναι. Θέλησες να πάρεις τα άλογά μου, γι’ αυτό σου επιτέθηκα.
-Και πάλι κάνεις λάθος, Γεράκι. Εγώ ήθελα να πάρω μόνο το πουλάρι με τις βούλες. Είναι δικό μου και το ψάχνω από τα χαράματα… Όσο για το μαχαίρι, είμαι πρόθυμος να σου το επιστρέψω αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα ξαναστραφείς εναντίον μου…
Ο νεαρός Ινδιάνος έσκυψε το κεφάλι.
-Πώς ονομάζεσαι, χλωμό πρόσωπο; Το Γεράκι θέλει να ξέρει το όνομά σου…
-Ονομάζομαι Τόνυ Μπρίτζερ. Εσύ, μπορείς να με λες Τόνυ…
-Δεν θα ξεχάσω το όνομά σου… Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν πρόκειται να ξανασταθώ αντίπαλός σου!
-Τότε σήκω πάνω και τρέξε να μαζέψεις τα ζώα σου!..., είπε το παιδί και του έδωσε πίσω το μαχαίρι.
Σε λίγο, το Γεράκι είχε ξανασυγκεντρώσει τα άλογά του και τα είχε δέσει μεταξύ τους με ένα μεγάλο σχοινί. Ο Τόνυ είχε περάσει κι αυτός το λάσο του στο λαιμό της Ζωηρής και ήταν έτοιμος να φύγει.
-Τώρα που τα βλέπω από κοντά, καταλαβαίνω ότι αυτά τα άλογα είναι πεταλωμένα. Τα έχεις κλέψει, έτσι δεν είναι;
Ο νεαρός ερυθρόδερμος δεν φάνηκε να θίχτηκε. Το αντίθετο μάλιστα.
-Έτσι είναι!, είπε. Οι Κομάντσι είναι μεγάλοι κλέφτες αλόγων κι εγώ ελπίζω μια μέρα να γίνω ο μεγαλύτερος απ’ όλους! Τον τελευταίο καιρό έχουμε κλέψει πάρα πολλά άλογα στο Μεξικό, όμως κανένα δεν ήταν δικό μου. Σήμερα το πρωί είχα βγει από το χωριό μας μόνος μου για να κυνηγήσω, όταν ξαφνικά είδα φρέσκα ίχνη αλόγων και τ’ ακολούθησα!... Ήταν επτά Μεξικανοί που είχαν κατασκηνώσει σε ένα μικρό δάσος και τους πήρα τα τέσσερα από τ’ άλογά τους, κάτω από τη μύτη τους! Με πυροβόλησαν αλλά κατάφερα να τους ξεφύγω! Τώρα τα άλογα αυτά είναι δικά μου!
Ο Τόνυ παρατηρούσε πόσο χαρούμενος ήταν ο συνομιλητής του όση ώρα μιλούσε για το κατόρθωμά του και πόσο παραστατικός. Κουνούσε χέρια και πόδια, λες και ξαναζούσε πάλι τα γεγονότα.
-Η αλήθεια είναι ότι εμείς οι λευκοί δεν θα συμφωνήσουμε ποτέ μαζί σας στο συγκεκριμένο θέμα!, είπε καθώς ανέβαινε στο άλογό του. Εσείς οι Κομάντσι έχετε μια περίεργη άποψη για την έννοια της ιδιοκτησίας…
Το Γεράκι έστρεψε το βλέμμα του προς την κορυφή του λόφου. Τρεις καβαλάρηδες είχαν εμφανιστεί εκεί.
-Χλωμό πρόσωπο, Τόνυ, φώναξε, χτύπα το άλογό σου και φύγε γρήγορα! Είναι οι Μεξικανοί!
Ταυτόχρονα, έτρεξε και πήδησε στο δικό του, αφού πρώτα έπιασε το σχοινί με το οποίο είχε δέσει τα χαλινάρια των κλεμμένων αλόγων.
Ο Τόνυ έμεινε ακίνητος να τον κοιτάζει.
-Εγώ γιατί να φύγω; τον ρώτησε. Δεν τα έκλεψα εγώ…
Ο νεαρός Ινδιάνος δεν τον άκουσε. Είχε χτυπήσει τα πλευρά του αλόγου του με τα μαλακά του μοκασίνια και είχε ήδη απομακρυνθεί. Ταυτόχρονα, οι τρεις Μεξικανοί είχαν σπιρουνίσει τα δικά τους άλογα και είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν τον λόφο καλπάζοντας. Μάλιστα, είχαν φέρει τα τουφέκια τους στον ώμο και πυροβολούσαν συνεχώς.
Όταν οι σφαίρες άρχισαν να βουίζουν γύρω του, ο Τόνυ κατάλαβε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να συνεννοηθεί με τους νεοφερμένους. Τράβηξε την Ζωηρή κοντά του και έβαλε το άλογό του να καλπάσει.
Οι Μεξικανοί, όμως, είχαν πλησιάσει ήδη αρκετά και υπήρχε φόβος να τον πετύχουν. Δίχως να διστάσει, έβγαλε την καραμπίνα από την θήκη της σέλας του και άρχισε να τους πυροβολεί κι εκείνος.
Αυτό, μάλλον δεν άρεσε στους τρεις Μεξικανούς που αμέσως συγκράτησαν τα ζώα τους και τον άφησαν να απομακρυνθεί. Σε λίγο, ο Τόνυ, είχε προφτάσει το Γεράκι και έτρεχε πίσω του.
Ο νεαρός ερυθρόδερμος γύρισε το κεφάλι και τον είδε.
-Σου το είπα ότι έπρεπε να φύγεις!, του φώναξε. Αυτοί οι Μεξικανοί δεν είναι σαν κι εσένα, χλωμό πρόσωπο, Τόνυ! Είναι ληστές!
-Μήπως πρέπει ν’ αφήσεις τα άλογα να φύγουν; ρώτησε ο Τόνυ. Αν τα πάρουν, ίσως να μην συνεχίσουν να τρέχουν πίσω μας…
Το Γεράκι, τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια.
-Τα άλογα αυτά είναι δικά μου!, του φώναξε. Προσπάθησε να μην μας προλάβουν, γιατί αυτοί θα θελήσουν να μας σκοτώσουν ακόμα και αν πάρουν τα ζώα τους πίσω!
Για λίγη ώρα συνέχισαν να καλπάζουν με τον ίδιο αμείωτο ρυθμό. Οι τρεις Μεξικανοί δεν τους πλησίαζαν αλλά ούτε και φαινόταν διατεθειμένοι να τους αφήσουν να φύγουν. Διατηρούσαν μια συγκεκριμένη απόσταση από τα δύο παιδιά και φαινόταν σίγουροι ότι δεν θα μπορούσαν να τους ξεφύγουν.
Δεν άργησαν να μπουν σε μια πετρώδη περιοχή. Ο νεαρός Κομάντσι πήγαινε πάντα μπροστά, τραβώντας και τα τέσσερα άλογα που είχε κλέψει. Όταν άρχισαν να υψώνονται κάτι θεόρατα βράχια γύρω τους, ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του.
Ο Τόνυ σκεφτόταν πως απομακρύνονταν συνεχώς από το ραντς του και ότι η μητέρα του θ’ άρχιζε ν’ ανησυχεί. Χωρίς να το θέλει είχε μπλεχτεί σε μια απρόσμενη περιπέτεια. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. Δεν θα άφηνε το Γεράκι να τα βγάλει πέρα μόνος του με αντιπάλους τρεις άγριους ληστές…
Κάποια στιγμή έχασαν την οπτική επαφή με αυτούς. Τα βράχια τους έκρυβαν από τα μάτια των διωκτών τους. Το Γεράκι έκοψε απότομα τον καλπασμό του και έστριψε προς τα αριστερά, τραβώντας και τα ζώα. Ο Τόνυ τον ακολούθησε.
-Ξέρεις πού πάμε; τον ρώτησε.
-Μην ανησυχείς, απάντησε το Γεράκι. Σύντομα θα μας χάσουν…
Λίγα λεπτά αργότερα έφτασαν μπροστά σ’ έναν χείμαρρο. Ο νεαρός Ινδιάνος έσπρωξε τα άλογα να μπουν στο νερό.
-Θ’ ανέβουμε προς τα πάνω, είπε.
-Μα, δεν μπορούμε να τρέξουμε πάνω σ’ αυτά τα χαλίκια…
-Δεν πειράζει. Αρκεί να προχωρούμε...
Στο μεταξύ, οι τρεις ληστές έφτασαν στο σημείο που οι δυο φίλοι είχαν στρίψει ανάμεσα στα βράχια. Εκείνος που πήγαινε μπροστά –και φαινόταν πως ήταν ο αρχηγός τους- κράτησε τα γκέμια του αλόγου του. Οι άλλοι δύο ήρθαν και στάθηκαν πλάι του.
-Τι γίνεται, Γκαρσία, τους χάσαμε; ρώτησε ο ένας από αυτούς. Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί τους αφήσαμε να απομακρυνθούν τόσο πολύ…
-Κράτα το στόμα σου κλειστό, Χοσέ, ηλίθιε!, απάντησε νευριασμένος ο Γκαρσία. Δεν είδες πώς πυροβολούσε εκείνος ο μπάσταρδος; Τι ήθελες, να σου ανοίξει καμιά τρύπα στο ξεροκέφαλό σου;
Ο άλλος κατέβασε το κεφάλι και δεν ξαναμίλησε.
-Έχουμε να κάνουμε με δυο πονηρούς, είπε ο Γκαρσία. Δεν ξέρουν, όμως, με ποιον τα έχουν βάλει… Εδώ έστριψαν και χώθηκαν ανάμεσα σ’ εκείνους τους βράχους… Εμπρός! Θα πάμε κι εμείς από εκεί…
Ο Γκαρσία σπιρούνισε τα πλευρά του αλόγου του κι εκείνο πετάχτηκε μπροστά. Οι άλλοι δυο τον ακολούθησαν, κοιτάζοντας κάτω και προσπαθώντας να καταλάβουν τι ίχνη είδε ο αρχηγός τους στο έδαφος.
Δεν άργησαν να φτάσουν στην όχθη του χειμάρρου.
-Μπήκαν στο νερό για να χάσουμε τα ίχνη τους!, είπε πάλι ο Χοσέ.
Ο Γκαρσία έκανε με τα χέρια του μια κίνηση απελπισίας, έτοιμος να τον βρίσει. Στο τέλος, συγκρατήθηκε.
-Έχουν πάρει τον χείμαρρο προς τα πάνω, είπε. Υπάρχουν αναποδογυρισμένες πέτρες προς τα εκεί και το νερό που κατεβαίνει είναι θολό… Στο εξής θα με ακολουθείτε και δεν θα μιλάτε…
Για περίπου μισή ώρα συνέχισαν να ανεβαίνουν τον χείμαρρο χωρίς να μιλούν. Σε κάποια σημεία το πέρασμα γινόταν περισσότερο στενό και έπρεπε να προσέχουν μην γλιστρήσουν τα άλογα. Κάποια στιγμή πέρασαν δίπλα από μια συστάδα θάμνων, στην οποία δεν έδωσαν καμία σημασία.
Αν πρόσεχαν καλύτερα, όμως, θα διαπίστωναν ότι οι θάμνοι εκείνοι δεν βρισκόταν στη φυσική τους θέση. Κάποιος τους είχε κόψει και τους είχε τοποθετήσει τον έναν πάνω στον άλλο.
Λίγα λεπτά νωρίτερα, ο Τόνυ και το Γεράκι, είχαν διακρίνει μια σχισμή ανάμεσα στα βράχια. Ο νεαρός ερυθρόδερμος έσπρωξε τα άλογά τους και αυτά πέρασαν ένα-ένα από εκεί και βρέθηκαν σε ένα μικρό ξέφωτο ανάμεσα στα βράχια. Αφού μπήκαν και οι ίδιοι εκεί, άρχισαν να κόβουν θάμνους με τα μαχαίρια τους και να τους τοποθετούν στη σχισμή απ’ όπου πέρασαν. Σε λίγο, τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι εκεί από πίσω κρυβόταν κάποιος.
Όταν πέρασαν οι ληστές, το Γεράκι τον σκούντηξε ελαφρά στον ώμο και του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν στα βράχια και να απομακρύνονται.
Δεν άργησαν να φτάσουν σε ένα μικρό πλάτωμα. Το θέαμα που αντίκρισαν έκανε τον Τόνυ να βγάλει ένα επιφώνημα θαυμασμού.
Γύρω τους, το άγριο τοπίο με τα βράχια έφτανε μέχρι τους πρόποδες ενός επιβλητικού πέτρινου όγκου. Ενός βουνού που η παραξενιά της φύσης σμίλεψε με μαεστρία για αιώνες ολόκληρους. Ένα τεράστιο κοίλωμα, δημιουργημένο στη μέση του βουνού και μέσα σε αυτό χτισμένο ένα ολόκληρο χωριό από πλίθινα σπίτια!
-Ένα εγκαταλειμμένο χωριό, είπε ο Τόνυ.
-Δεν μπορούμε να πάμε εκεί, χλωμό πρόσωπο!, τον έκοψε το Γεράκι.
-Και γιατί όχι; Φαίνεται καλό μέρος για κρυψώνα. Τουλάχιστον για λίγες ώρες, μέχρι να απομακρυνθούν οι ληστές…
Ο νεαρός ερυθρόδερμος κούνησε το κεφάλι του.
-Όχι! Στο χωριό αυτό κατοικούσαν οι Πουέμπλος. Τώρα είναι ένα χωριό νεκρών. Υπάρχουν τα πνεύματά τους εκεί πάνω! Έτσι μας λένε οι γέροι της φυλής… και οι γέροι είναι σοφοί! Δεν κάνει να τους αγνοούμε…
Ο Τόνυ χαμογέλασε.
-Αυτές είναι ανοησίες, του είπε. Δεν είναι σωστό να φοβάσαι να πας στα χαλάσματα ενός παλιού χωριού…
-Ποιος φοβάται; Το Γεράκι δεν φοβήθηκε ποτέ ούτε άνθρωπο, ούτε ζώο! Εγώ που με βλέπεις, έχω σκοτώσει αρκούδα με τα χέρια μου! Όμως, με τα πνεύματα είναι αλλιώς… Δεν μπορείς να τα βάζεις μαζί τους. Αν βεβηλώσεις την κατοικία τους θα σε σκοτώσουν! Καλύτερα να φύγουμε…
-Λόγια που βγαίνουν από στόμα παιδιού και όχι άνδρα! Εγώ λέω να πάμε εκεί πάνω. Και μην ανησυχείς, αν εμφανιστεί κάποιο πνεύμα, θα τα βάλω εγώ μαζί του!
Το νεαρό Γεράκι στάθηκε και τον κοίταξε. Στα μάτια του καθρεφτιζόταν η ταραχή του αλλά και ένας θαυμασμός για εκείνον που στεκόταν δίπλα του.
-Χλωμό πρόσωπο, είπε στο τέλος, δεν ξέρω αν είσαι πολύ γενναίος ή πολύ τρελός. Κάτι μου λέει, όμως, ότι δεν πρέπει να χωρίσουμε έτσι… Θα σε ακολουθήσω εκεί πέρα. Εύχομαι εσύ να έχεις δίκιο κι εγώ άδικο, γιατί αλλιώς κανένας από τους δυο μας δεν θα ζήσει για να δει την αυριανή μέρα!
Μια παράξενη σιωπή περιέβαλε τον χώρο γύρω τους, καθώς άρχισαν να ανεβαίνουν προς τα ερείπια του χωριού των Πουέμπλος. Αρχικά βρήκαν ένα παλιό μονοπάτι, μα έπειτα για να φτάσουν στα σπίτια έπρεπε να σκαρφαλώνουν στις πέτρες. Τέλος, φτάσανε σε ένα σημείο που αναγκαστικά έπρεπε να χρησιμοποιήσουν κάτι ξύλινες, σαπισμένες από την πολυκαιρία ανεμόσκαλες. Με αυτό τον τρόπο ενώνανε κάποτε οι κάτοικοι τα διαφορετικά επίπεδα του χωριού, από ταράτσα σε ταράτσα.
Τα βήματα και οι βαριές από την προσπάθεια ανάσες τους, ξυπνούσαν χιλιάδες ήχους ανάμεσα στους ερειπωμένους από δεκαετίες τοίχους. Ο καυτός ήλιος τους ζέσταινε, όμως εκείνοι συνέχισαν να ανεβαίνουν.
-Είδες που δεν υπάρχουν πνεύματα εδώ πέρα; είπε κάποια στιγμή ο Τόνυ. Μόνο σαύρες κατοικούν τώρα πια στο χωριό…
Ο νεαρός Ινδιάνος στράφηκε να του απαντήσει, μα με την άκρη του ματιού του έπιασε μια κίνηση κάτω στην κοιλάδα. Ο Τόνυ ακολούθησε το βλέμμα του και είδε κι εκείνος τους τρεις καβαλάρηδες.
-Είναι οι Μεξικανοί, του είπε το Γεράκι. Δεν μας βρήκαν και γυρίζουν στον χείμαρρο. Μπορεί να ανακαλύψουν το σημείο που κρύψαμε τ’ άλογα. Είναι καλή ευκαιρία να χρησιμοποιήσεις το τουφέκι σου, χλωμό πρόσωπο. Είμαστε πολύ ψηλά και από εδώ μπορείς να τους σκοτώσεις έναν-έναν!
Ο Τόνυ κούνησε το κεφάλι του.
-Δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση, του είπε. Δεν χρειάζεται να τα βάλουμε ξανά μαζί τους. Μπορούμε να ανέβουμε πιο πάνω και να χωθούμε σε κάποιο από τα σπίτια. Εδώ δεν πρόκειται να μας ανακαλύψουν ποτέ…
Και με τα λόγια αυτά γύρισε και πιάστηκε από μια ακόμα ξύλινη σκάλα. Άρχισε να σκαρφαλώνει και το Γεράκι ετοιμάστηκε να τον ακολουθήσει. Η τύχη, όμως, δεν ήταν μαζί τους. Το σάπιο ξύλο της σκάλας δεν άντεξε το βάρος του Τόνυ και μόλις εκείνος έφτασε στη μέση της, διαλύθηκε με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Μια κραυγή ξέφυγε από τα χείλη του παιδιού καθώς έπεσε.
Μέσα στην απόλυτη ησυχία όλος αυτός ο θόρυβος ταξίδεψε πολύ μακριά. Και δυστυχώς έφτασε ως τα αυτιά των τριών ληστών που καλπάζανε χαμηλά στην κοιλάδα.
Επιφωνήματα λύσσας ξέφυγαν από τα χείλη τους, καθώς είδαν από μακριά τους δυο κυνηγημένους.
-Εκεί πάνω είναι, Γκαρσία!, φώναξε ο ένας από αυτούς.
Ο αρχηγός των ληστών δεν μπόρεσε να συγκρατήσει την οργή του. Τράβηξε το τουφέκι του από τη θήκη και πήδηξε από το άλογο.
-Είναι παγιδευμένοι, μουτσάτσος! Πηγαίνετε να τους πιάσετε! Εγώ θα σας καλύπτω μέχρι ν’ ανέβετε! Αν σας δυσκολέψουν, σκοτώστε τους!
Οι άλλοι δύο κατέβηκαν κι εκείνοι από τα ζώα τους και οπλισμένοι σαν αστακοί άρχισαν να σκαρφαλώνουν τρέχοντας προς το χωριό.
Οι σφαίρες σφυρίζανε τώρα ανατριχιαστικά πάνω από τα κεφάλια των δύο παιδιών. Αναγκάστηκαν να ξαπλώσουν μπρούμυτα στην ταράτσα του σπιτιού, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα έβρισκαν μια ευκαιρία για να πηδήξουν κάπου αλλού.
Μα, τα λεπτά περνούσαν και οι πυροβολισμοί από την μεριά του αρχικακούργου δεν μειώνονταν στο ελάχιστο. Δεν του έλειπαν άλλωστε και τα πυρομαχικά. Έτσι, έδωσε την ευκαιρία στους δικούς του να πλησιάσουν τους φυγάδες.
Ξαφνικά, το Γεράκι είδε δυο χέρια να εμφανίζονται από την σκάλα που ανέβηκε και ο ίδιος με τον Τόνυ λίγη ώρα πριν. Χωρίς να χάσει καιρό, στηρίχτηκε ανάσκελα στην πλάτη του και με τα πόδια έσπρωξε με δύναμη την σκάλα, την ώρα που είχε εμφανιστεί το κεφάλι του ληστή.
Μια κραυγή τρόμου ακούστηκε καθώς ο ληστής γκρεμιζόταν στο βάθος της πλαγιάς. Ο Γκαρσία σταμάτησε να πυροβολεί και άρχισε να ανεβαίνει κι εκείνος προς τα πάνω, ξεστομίζοντας παράλληλα όλες τις βρισιές που είχε μάθει από τότε που γεννήθηκε.
Δεν άργησε να συναντήσει τον μοναδικό συμμορίτη που του απέμεινε.
-Γκαρσία, έκανε έντρομος εκείνος μόλις τον αντίκρισε. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ξετρυπώσουμε από εκεί, το βλέπεις και μόνος σου! Αυτό που μας ενδιαφέρει εμάς είναι τα άλογα. Σίγουρα κάπου τα έχουν κρύψει. Πάμε να τα βρούμε και να γυρίσουμε στους συντρόφους μας. Τι μας νοιάζουν αυτοί οι δύο; Ας μείνουν εδώ να τους φάνε τα φίδια!
Ο Γκαρσία τον κοίταξε με μάτια που γυάλιζαν.
-Τι είναι αυτά που λες; του είπε με μανία. Μας κάνανε να τρέχουμε πίσω τους όλη μέρα και μας κοροϊδεύουνε λες και είμαστε γυναικούλες! Και χωρίς να φτάνει αυτό, σκοτώσανε και τον Πέπε! Κι εσύ μου λες να τους αφήσουμε να φύγουν; Όχι, αμίγο! Δεν γεννήθηκε ακόμα αυτός που θα κοροϊδέψει τον Γκαρσία και θα συνεχίσει να ζει! Κατάλαβες, Χοσέ; Μέχρι το βράδυ πρέπει να τους έχουμε καθαρίσει!
Ο συμμορίτης είχε μείνει να τον κοιτάζει ακίνητος όση ώρα μιλούσε. Ήταν ήδη πολύ θαρραλέα τα όσα είχε καταφέρει να πει στον αρχηγό του. Δεν θα τολμούσε ποτέ να δευτερολογήσει σε κάτι που για τον Γκαρσία ήταν δεδομένο.
Στο μεταξύ, τα δυο παιδιά, βρήκαν την ευκαιρία να σκαρφαλώσουν λίγο παραπάνω, στηριζόμενα το ένα στην πλάτη του άλλου. Όταν κατάφεραν να πατήσουν σε μια ταράτσα δύο επίπεδα πιο πάνω αισθάνθηκαν ότι ξέφυγαν τον άμεσο κίνδυνο. Δυστυχώς, όμως, για εκείνους, ο Γκαρσία δεν ήταν κανένας τυχαίος ληστής. Ήταν πολύ καλός σκοπευτής και παρόλο που είχε χάσει προσωρινά την ψυχραιμία του, δεν είχε χάσει και την σκοπευτική του δεινότητα.
Την ώρα που ο Τόνυ έσκυψε για να τραβήξει την ξύλινη σκάλα, με σκοπό να κόψει την πρόσβαση στους διώκτες τους, μια σφαίρα από το πιστόλι του ληστή ήρθε και τρύπησε το πόδι του, λίγο πάνω από το γόνατο. Ευτυχώς για κείνον, δεν έμεινε μέσα, όμως ο ξαφνικός πόνος τον έκανε να βγάλει μια κραυγή, ενώ το τουφέκι γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε στην από κάτω ταράτσα.
Αμέσως, το Γεράκι έτρεξε κοντά του και τον σήκωσε.
-Στηρίξου πάνω μου!, του είπε. Μπορείς να περπατήσεις;
Ο Τόνυ κρατήθηκε από τους ώμους του συντρόφου του και έκανε μερικά δοκιμαστικά βήματα.
-Μπορώ να περπατήσω, είπε, αν στηρίζομαι σε σένα.
-Ωραία. Ας μην μένουμε άλλο εδώ, ας προχωρήσουμε πιο μέσα για να είμαστε καλυμμένοι…
Χώθηκαν ανάμεσα σε κάτι τοίχους και βγήκαν στην πίσω πλευρά των σπιτιών. Προχώρησαν αρκετά, μέχρι που συνάντησαν κάτι πέτρινα σκαλοπάτια. Τα κατέβηκαν και βρέθηκαν στο εσωτερικό ενός σπιτιού. Τουλάχιστον εκεί θα γλίτωναν από τον ήλιο.
-Νομίζω ότι εδώ είναι καλά, είπε ο Τόνυ. Δεν νομίζω ότι θα διακινδυνεύσουν να έρθουν ως εδώ να μας αναζητήσουν.
Το Γεράκι κοίταξε τον χώρο γύρω τους. Ήταν μισοσκότεινα, όμως είχε ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε προς την μεριά απ’ όπου ανέβηκαν.
-Δεν μου αρέσει εδώ πέρα, χλωμό πρόσωπο Τόνυ, είπε. Υπάρχει κάτι το περίεργο σ’ αυτό το σπίτι. Ίσως είναι η μυρωδιά του θανάτου αυτή που έρχεται στα ρουθούνια μας.
-Πάλι τα ίδια; έκανε ο Τόνυ, βγάζοντας ταυτόχρονα ένα μαχαίρι από μια θήκη της ζώνης του. Προς το παρόν, ο μόνος κίνδυνος για μας είναι οι Μεξικανοί… Και ίσως το πόδι μου, που έχει αρχίσει να με πονάει πολύ…
Με το μαχαίρι έσκισε το παντελόνι του, μέχρι να ελευθερωθεί το τραύμα του.
-Πρέπει να σταματήσουμε το αίμα, είπε το Γεράκι. Ξάπλωσε και άφησέ το σε μένα, ξέρω από αυτά…
Πήρε το σκισμένο κομμάτι του παντελονιού και το έκοψε σε λωρίδες. Έπειτα, τις τύλιξε γύρω από το πόδι του Τόνυ, λίγο πιο πάνω από το τραύμα και τις έσφιξε. Μετά κάλυψε και το τραύμα με ένα τελευταίο κομμάτι ύφασμα, που μούσκεψε αμέσως από το αίμα.
-Πρέπει να πλύνουμε την πληγή, του είπε. Υπάρχουν και κάποια βοτάνια που πρέπει να βάλουμε για να μην μολυνθεί…
-Ούτε νερό μπορούμε να βρούμε εδώ πέρα, ούτε βοτάνια, είπε ο Τόνυ. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε να σκοτεινιάσει, μήπως καταφέρουμε να τους το σκάσουμε. Αν είναι ακόμα εκεί έξω…
Το Γεράκι κοίταξε για άλλη μια φορά ερευνητικά τον χώρο γύρω τους. Κάτι δεν του άρεσε, όμως δεν μπορούσε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό.
Δεν πέρασε πολύ ώρα, όταν ακούστηκε μια φωνή.
-Έι, εκεί πάνω, αμίγος!...
Οι δύο φίλοι κοιτάχτηκαν. Ο Τόνυ σηκώθηκε και πλησίασε το παράθυρο.
-Τι θέλετε; φώναξε.
-Αμίγος, όπως έχετε καταλάβει, είστε παγιδευμένοι! Είναι ηλίθιο να συνεχίσουμε να ανταλλάσουμε σφαίρες. Δεν χρειάζεται να σκοτωθεί κανείς μας! Εμείς μόνο τα άλογα θέλουμε, που στο κάτω-κάτω είναι και δικά μας! Ελάτε κάτω να τα βγάλετε από εκεί που τα έχετε κρύψει. Έπειτα μπορούμε να πάμε όλοι μας στις δουλειές μας. Δεν θα σας κρατήσουμε καμία κακία…
Το Γεράκι κοίταξε τον Τόνυ και κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
-Μα, είναι δυνατόν να νομίζει ότι θα τον πιστέψουμε; έκανε ο Τόνυ.
-Μάλλον δεν έχουν καταλάβει ότι δεν έχεις πια το τουφέκι σου…
-Τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς! Μπορούμε να τους ξεγελάσουμε…
Στράφηκε στο παράθυρο και φώναξε δυνατά:
-Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να πάρετε τα άλογα που σας έχουν απομείνει και να φύγετε! Αν προσπαθήσετε να ανέβετε εδώ πάνω, θα αναγκαστούμε να σας σκοτώσουμε!...
Ο Γκαρσία έβγαλε το σομπρέρος του και το έφερε στο στόμα. Άρχισε να το δαγκώνει με μανία.
-Καταραμένοι!, φώναξε. Θα σας ξεσκίσω το τομάρι και θα σας βγάλω την καρδιά! Κανείς δεν παίζει με τον Γκαρσία!
Γύρισε και κοίταξε δίπλα του τον Χοσέ.
-Μη με κοιτάς έτσι, του είπε. Δεν πρόκειται να φύγουμε. Μέχρι το βράδυ θα τους έχουμε ξετρυπώσει!
Παρόλο που ο χρόνος κυλούσε αργά στα ερείπια του χωριού των Πουέμπλος, κάποια στιγμή ο ήλιος έφτασε στη δύση του.
Ο Τόνυ είχε ξαπλώσει στο χωμάτινο δάπεδο του δωματίου στο οποίο κρυβόντουσαν, για να μην πιέζει το τραυματισμένο του πόδι. Είχε αρχίσει να τον πονάει αρκετά και είχε και πυρετό.
Το Γεράκι είχε καταλάβει ότι οι δυο τους βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Δεν είχε σκεφτεί ούτε μια στιγμή να εγκαταλείψει τον καινούριο του φίλο και να φύγει, ωστόσο ήξερε πως θα έπρεπε το συντομότερο να τον πάρει από εκεί.
Προς το παρόν προσπαθούσε να του πιάνει την κουβέντα για να τον κάνει να ξεχνά τον πόνο.
-Δεν ξανακούστηκαν οι ληστές. Μάλλον φοβήθηκαν να τα βάλουν μαζί μας και έφυγαν. Εσύ τι λες;
Ο Τόνυ περιορίστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι του.
-Σε λίγο θα σκοτεινιάσει αρκετά, συνέχισε το Γεράκι. Θα προσπαθήσουμε να φύγουμε από εδώ, χωρίς να κάνουμε θόρυβο.
-Ωραία, απάντησε με κόπο ο Τόνυ. Παρόλο που σου προκαλεί έναν φόβο αυτό το μέρος, μας έσωσε τη ζωή… Γιατί το εγκαταλείψανε άραγε;…
-Υπάρχουν κι άλλα τέτοια χωριά. Οι γέροι διηγούνται ιστορίες το βράδυ γύρω από τη φωτιά. Λένε πως μια μέρα οι Απάτσι κατέβηκαν από τις περιοχές που πάντα έχουν χιόνι και πολέμησαν με τους Πουέμπλος. Στο τέλος οι Απάτσι νίκησαν, όμως δεν τόλμησαν να κατοικήσουν εδώ. Εμείς οι Κομάντσι ξέρουμε μόνο πως δεν πρέπει να πλησιάζουμε εδώ γιατί στα σπίτια αυτά έχουν απομείνει τα πνεύματα των νεκρών Πουέμπλος…
Ξαφνικά, ένας ανεπαίσθητος θόρυβος ακούστηκε και έκανε τον νεαρό ερυθρόδερμο να πεταχτεί όρθιος.
-Το άκουσες αυτό; είπε ψιθυριστά.
Ο Τόνυ δεν απάντησε. Το Γεράκι τον πλησίασε και έβαλε το χέρι στο μέτωπό του. Κατάλαβε πως ο πυρετός είχε ανέβει πάρα πολύ.
Αποφάσισε να βγει έξω για να ρίξει μια ματιά. Στην πραγματικότητα δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι οι δύο ληστές είχαν φύγει.
Και πράγματι, αν μπορούσε να δει εκείνη τη στιγμή στα βράχια που υψώνονταν πάνω από το εγκαταλελειμμένο χωριό, θα έβλεπε τον Γκαρσία και τον συμμορίτη του να ετοιμάζονται για ένα επικίνδυνο εγχείρημα.
Ο αρχιληστής είχε αποφασίσει, αφού δεν μπορούσαν να ανέβουν στο χωριό από τις ξύλινες σκάλες, να κατέβουν από το βουνό. Πήραν τα άλογά τους και, αφού έκαναν έναν μεγάλο κύκλο, βρέθηκαν να κοιτάζουν το χωριό από ψηλά. Βέβαια από εδώ μπορούσαν να δουν μόνο ένα μέρος των πλίθινων κατοικιών, όμως ο Γκαρσία το θεωρούσε αρκετό.
Δέσανε μεταξύ τους όλα τα σχοινιά που είχανε και φτιάξανε ένα μεγάλο. Το περάσανε γύρω από έναν βράχο και ο Χοσέ, που ήταν ο πιο αδύνατος από τους δύο, έδεσε τη μια άκρη στη μέση του. Την άλλη άκρη την κρατούσε ο Γκαρσία.
Μόλις σκοτείνιασε, ο Χοσέ έκατσε στην άκρη του βουνού και άφησε το σώμα του να πέσει. Ο Γκαρσία, με τη βοήθεια του βράχου, κρατούσε κόντρα και παράλληλα άφηνε λίγο-λίγο το σχοινί να γλιστράει.
Έτσι, ο συμμορίτης του άρχισε να κατεβαίνει αργά και σταθερά προς μια από τις ταράτσες των κατοικιών που πολύ προσεχτικά είχαν επιλέξει.
Λίγο πριν πατήσει πάνω σε αυτή, τον είδε το Γεράκι. Κατάφερε να τον διακρίνει παρά το σκοτάδι, όμως δεν μπορούσε να κάνει κάτι καθώς η απόσταση που τους χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη. Το μόνο όπλο που είχε μαζί ήταν το μαχαίρι του και δεν διακινδύνευε να το πετάξει από τόσο μακριά.
Αποφάσισε να γυρίσει στο μέρος που ήταν ο φίλος του και να τον πάρει να φύγουν.
Στο μεταξύ, ο Τόνυ, συνέχιζε να βρίσκεται ξαπλωμένος. Ο πυρετός του ανέβαινε συνεχώς και ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε να μετακινηθεί.
Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια του. Παντού σκοτάδι.
-Γεράκι, είσαι εδώ; ρώτησε.
Δεν πήρε καμία απάντηση, παρόλα αυτά είχε την αίσθηση ότι δεν βρισκόταν μόνος του εκεί. Έκανε να σηκωθεί μα ένιωσε έναν δυνατό πόνο στο πόδι και ξανάπεσε πίσω.
Και τότε, ξαφνικά, το είδε.
Στην αρχή ήταν ένα μικρό φως που προερχόταν από τη μια γωνία του δωματίου και φώτιζε αχνά όλο τον χώρο με ένα απαλό, γαλάζιο χρώμα. Προσπάθησε να προσδιορίσει τι ακριβώς ήταν αυτό που έβλεπε μα δεν το κατάφερνε.
Σιγά-σιγά το φως μεγάλωνε και το παιδί συνειδητοποίησε ότι κινούνταν προς το μέρος του. Καθώς τον πλησίαζε κατάλαβε ότι υπήρχε ένα αντικείμενο που αιωρούνταν και ουσιαστικά ήταν αυτό που εξέπεμπε το απαλό γαλάζιο φως.
Σκέφτηκε ότι μάλλον ονειρεύονταν ή ότι ο πυρετός τον έκανε να βλέπει οράματα. Έκλεισε για λίγα δευτερόλεπτα τα μάτια, μα όταν τα ξανάνοιξε το παράξενο αντικείμενο όχι μόνο συνέχιζε να βρίσκεται εκεί αλλά τον είχε πλησιάσει ακόμη περισσότερο. Βρισκόταν σχεδόν από πάνω του.
Τώρα μπορούσε να το ξεχωρίσει και άνετα, παρά την ελαφριά θολούρα που ένιωθε στα μάτια. Επρόκειτο για ένα ινδιάνικο φυλαχτό, από αυτά που κάποιες φυλές τα χρησιμοποιούσαν και για ονειροπαγίδες τις νύχτες, πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Θυμόταν ότι είχε και ο ίδιος ένα τέτοιο, όταν ήταν μικρός. Του το είχε φέρει ο πατέρας του, πριν φύγει από τη ζωή.
Η περιέργεια νίκησε τον φόβο και άπλωσε το χέρι του για να το αγγίξει. Μια δροσιά και μια ευδιαθεσία τον τύλιξαν καθώς τα δάχτυλά του διαπερνούσαν το γαλάζιο φως. Όμως, μόλις άγγιξε το φυλαχτό, το φως χάθηκε απότομα και ένας σκληρός γδούπος ακούστηκε δίπλα του. Σαν κάτι βαρύ και μεταλλικό να έπεσε στο δάπεδο του δωματίου.
Η αλήθεια ήταν ότι τρόμαξε. Ποτέ στην ζωή του δεν είχε ξανανιώσει τόσο περίεργα. Στο μυαλό του ήρθαν εικόνες των παιδικών του χρόνων, τότε που οι γονείς του προσπαθούσαν να τον τρομάξουν για να καθίσει ήσυχος.
Και πάλι η περιέργεια νίκησε τον φόβο και άπλωσε το χέρι του στο σκοτάδι. Αυτό που άγγιξε ήταν κάτι γνώριμο. Η μεταλλική υφή ενός τουφεκιού.
-Αυτό είναι αδύνατο…, μονολόγησε.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε θόρυβος βημάτων να κατεβαίνουν τα σκαλοπάτια και μετά μια ψιθυριστή φωνή:
-Χλωμό πρόσωπο Τόνυ ξύπνα, πρέπει να φύγουμε αμέσως…
Έπιασε το όπλο και το τράβηξε πάνω του. Στη συνέχεια έκανε μια προσπάθεια να σηκωθεί. Ξαφνικά, ένιωθε πιο δυνατός. Φυσικά συνέχιζε να πονάει, όμως εκείνη τη στιγμή πίστευε ότι ο πόνος δεν ήταν ικανός να τον κρατήσει ξαπλωμένο.
Όταν το Γεράκι τον είδε να σηκώνεται μόνος του ξαφνιάστηκε.
-Είσαι καλύτερα; τον ρώτησε.
-Ναι, έτσι νομίζω, είπε ο Τόνυ.
-Οι Μεξικανοί κατεβαίνουν με σχοινιά από τον βράχο. Θ’ αρχίσουν να ψάχνουν παντού και δεν θ’ αργήσουν να μας ανακαλύψουν. Πρέπει να προσπαθήσουμε τώρα να φύγουμε!
Εκείνη τη στιγμή διέκρινε μέσα στο σκοτάδι αυτό που κρατούσε στο χέρι το τραυματισμένο παιδί.
-Τι είναι αυτό που κρατάς; Τουφέκι; Πού το βρήκες;
-Δεν μπορώ να σου εξηγήσω τώρα, του είπε ο Τόνυ, όμως αν δεν κάνω λάθος, είναι το δικό μου τουφέκι που μου έπεσε το μεσημέρι.
-Μα… πώς;
-Θα σου πω άλλη ώρα. Βοήθησέ με τώρα ν’ ανεβούμε τα σκαλιά. Πώς λες να τους ξεφύγουμε;
Το Γεράκι έπιασε το χέρι του φίλου του και το πέρασε πάνω από τους ώμους του, για να μπορεί εκείνος να στηρίζεται. Ανέβηκαν έτσι τα πέτρινα σκαλοπάτια και βγήκαν έξω.
-Ίσως να πρέπει να ακολουθήσουμε τον δρόμο απ’ όπου ήρθαμε το πρωί, του είπε ψιθυριστά. Το πρόβλημα είναι ότι εσύ δεν θα μπορείς να κατεβαίνεις από τις ξύλινες σκάλες και θα πρέπει να ψάχνουμε άλλο δρόμο. Αυτό θα μας καθυστερήσει.
Ο Τόνυ, κοντοστάθηκε.
-Άκουσέ με πολύ προσεκτικά, είπε. Αν δούμε ότι δυσκολευόμαστε, τότε θα φύγεις μόνος σου. Εγώ θα μείνω πίσω και θα τους καθυστερήσω. Δεν θέλω να πάθεις κανένα κακό εξαιτίας μου…
-Ποιο τρελό πνεύμα μιλάει μέσα από το στόμα σου; τον διέκοψε το Γεράκι. Ξεχνάς ότι εξαιτίας μου βρισκόμαστε σε αυτή τη δύσκολη θέση; Οι Μεξικανοί μας κυνηγούν για τα άλογα που εγώ τους έκλεψα. Εσύ είσαι αυτός που διακινδυνεύεις τη ζωή σου για μένα. Δεν πρόκειται να σε παρατήσω εδώ, χλωμό πρόσωπο. Αν πρόκειται να γλιτώσουμε, τότε θα γλιτώσουμε μαζί…
Ο Τόνυ χαμογέλασε στο σκοτάδι. Άρχισαν να προχωρούν ανάμεσα στα ερειπωμένα οικήματα μέχρι που έφτασαν στην μπροστινή πλευρά του χωριού. Εκείνη τη στιγμή βγήκε το φεγγάρι και στο φως του μπόρεσαν να διακρίνουν την έρημη κοιλάδα.
Τώρα θα ήταν πιο εύκολο να εντοπίζουν τα σημεία από τα οποία θα μπορούσαν να κατέβουν, όμως το κακό ήταν ότι το ίδιο εύκολα θα μπορούσαν να τους δουν από μακριά και οι Μεξικανοί.
Ο Τόνυ, όσο κυλούσαν τα λεπτά, αισθανόταν τον πόνο του ποδιού του να υποχωρεί και μπορούσε να κινείται πιο άνετα. Άρχισε να το πατάει καλύτερα και όταν έφτασε η στιγμή να κρεμαστούν και να κατέβουν από την πρώτη ξύλινη σκάλα, ήταν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνε να το κάνει.
Πραγματικά, αν και το Γεράκι τον κοιτούσε με δυσπιστία και ήταν πάντα έτοιμος να τον βοηθήσει, έδειχνε να τα καταφέρνει μια χαρά.
Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούσαν να κινηθούν εντελώς αθόρυβα.
Ξαφνικά, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε και μια σφαίρα έξυσε το αριστερό μπράτσο του νεαρού Ινδιάνου.
Η αντίδραση των δύο παιδιών ήταν άμεση. Γυρίζοντας αυτόματα τα κεφάλια τους, είδαν τον Χοσέ όρθιο σε μια ταράτσα, ένα επίπεδο παραπάνω, να τους σημαδεύει και πάλι.
Το Γεράκι, με μια απίστευτα γρήγορη κίνηση, εκτίναξε το μαχαίρι του προς τον αντίπαλό τους. Την ίδια στιγμή, ο Τόνυ, έστρεψε το τουφέκι του και πυροβόλησε τον ληστή.
Το μαχαίρι του νεαρού πολεμιστή χτύπησε στον τοίχο, κάτω ακριβώς από τα πόδια του Χοσέ. Η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη και ήταν δύσκολο να βρει τον στόχο του.
Από το όπλο του Τόνυ δεν ακούστηκε κανένας ήχος. Αυτό που θα έπρεπε να είναι η σφαίρα, βγήκε από το τουφέκι του αλλά…
Ένα δυνατό γαλάζιο φως ταξίδεψε από την κάνη του όπλου μέχρι το σώμα του κακούργου. Εκείνος, αφού έφερε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, γκρεμίστηκε χωρίς να καταφέρει να βγάλει άχνα. Μόνο μια έκφραση απορίας πρόλαβε να χαραχτεί στο πρόσωπό του, πριν η ζωή τον εγκαταλείψει για πάντα.
Το Γεράκι γύρισε και κοίταξε τον Τόνυ με το στόμα ανοιχτό. Το ίδιο έκπληκτος τον κοιτούσε κι εκείνος. Τα μάτια και των δύο στράφηκαν στο τουφέκι, το οποίο ο Τόνυ το άφησε να πέσει από τα χέρια του. Δεν έκανε κανένα θόρυβο η πτώση του και αμέσως το τύλιξε μια γαλάζια λάμψη. Όταν το φως έσβησε, δεν υπήρχε τίποτα σ’ εκείνο το σημείο.
-Τα πνεύματα, είναι εδώ!, είπε φωναχτά το Γεράκι. Πάμε να φύγουμε τώρα, χλωμό πρόσωπο!
Άρχισαν και οι δύο να κατεβαίνουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έχοντας συνεχώς στο μυαλό τους αυτό που είχαν δει.
Κάποτε, τα παλιά πλίθινα σπίτια των Πουέμπλος πήραν τέλος. Άρχισαν να κινούνται με δυσκολία ανάμεσα σε πέτρες και βράχια, μέχρι που έφτασαν στο μονοπάτι που τους είχε οδηγήσει το πρωί εκεί.
Ο Τόνυ προχωρούσε με εξαιρετική άνεση, χωρίς να νιώθει πια καμία ενόχληση στο πόδι του.
-Στάσου!, φώναξε κάποια στιγμή στον φίλο του.
Το Γεράκι σταμάτησε να προχωρά και γύρισε κοντά του.
-Τι συμβαίνει; ρώτησε.
-Πρέπει να δω κάτι, είπε ο Τόνυ και, αφού γονάτισε, άρχισε να ξετυλίγει το τραύμα του. Το φως του φεγγαριού ήταν αρκετό για να δουν και οι δύο ότι δεν υπήρχε καμιά πληγή πια εκεί.
Κοιτάχτηκαν για ακόμη μια φορά, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν.
-Αν τα πνεύματα ήρθαν σε αυτό το χωριό απόψε, είπε ο Τόνυ, τότε σίγουρα το έκαναν για να μας βοηθήσουν, δεν νομίζεις;
Ο νεαρός ερυθρόδερμος δεν μίλησε, όμως ήταν φανερό ότι ήταν πολύ ταραγμένος. Έπιασε από το μπράτσο τον φίλο του και τον τράβηξε να σηκωθεί.
-Πρέπει να φτάσουμε στ’ άλογα, είπε και στράφηκε να προχωρήσει. Όμως, στο πρώτο κιόλας βήμα του, χτύπησε με το πόδι του κάποιο αντικείμενο. Κοντοστάθηκε και έσκυψε να το πιάσει. Όταν σηκώθηκε το βλέμμα του ήταν καρφωμένο σε αυτό που κρατούσε.
Ο Τόνυ είδε ότι ήταν ένα μαχαίρι.
-Είναι… το μαχαίρι σου; τον ρώτησε.
-Δεν… δεν καταλαβαίνω… Πώς μπορεί; Το πέταξα πριν λίγο εκεί πάνω, είπε και έδειξε με το χέρι του προς τη μεριά του χωριού.
Ο Τόνυ δεν πρόλαβε να πει τίποτε άλλο. Μια δυνατή, τραχιά φωνή ακούστηκε από κάπου πλάι τους, ανάμεσα στα βράχια.
-Το ήξερα πως με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα πέφτατε στα χέρια μου, καταραμένοι! Σηκώστε γρήγορα τα χέρια ψηλά!
Ένας χοντρός Μεξικανός έκανε την εμφάνισή του κρατώντας από ένα πιστόλι σε κάθε χέρι. Δεν ήταν άλλος από τον Γκαρσία που, αφού άφησε τον Χοσέ πάνω στο χωριό, ξαναγύρισε στο μονοπάτι για να κλείσει στους δυο εχθρούς του κάθε δίοδο διαφυγής.
Για ακόμη μια φορά τα δύο παιδιά αντέδρασαν εκπληκτικά γρήγορα. Ο Τόνυ -ο οποίος ήταν άοπλος- έκανε μια βουτιά στο πλάι, προσπαθώντας να καλυφτεί όσο μπορούσε πίσω από μια μεγάλη πέτρα. Ταυτόχρονα, έβαλε μια φωνή στον φίλο του:
-Γεράκι, καλύψου!
Ο νεαρός Ινδιάνος, όμως, την ίδια στιγμή έκανε κάτι άλλο. Με μια αστραπιαία αντίδραση, πέταξε το μαχαίρι που κρατούσε στο χέρι του προς τον άνθρωπο που τους απειλούσε.
Με διαφορά μόλις ενός δευτερολέπτου, ο Γκαρσία πατούσε τις σκανδάλες των δύο περιστρόφων του. Οι σφαίρες έφυγαν από τα όπλα σχεδόν την ίδια στιγμή που ο κάτοχός τους δεχόταν το μαχαίρι στο στήθος. Η ελάχιστη μετατόπιση των χεριών του αρχιληστή ήταν αρκετή για να κάνει τις σφαίρες να χάσουν τον στόχο τους.
Ο Μεξικανός έχασε την ισορροπία του και έπεσε προς τα πίσω. Άφησε τα όπλα να πέσουν και έφερε τα χέρια στο στήθος, εκεί που βαθιά καρφωμένο βρισκόταν το μαχαίρι που θα τον έστελνε στον άλλο κόσμο. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει καθώς το κοιτούσε να αναδίδει ένα δυνατό γαλάζιο χρώμα.
Τα δύο παιδιά έτρεξαν και στάθηκαν από πάνω του. Εκείνος τους κοίταξε με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα χαρακτηριστικά του. Το φως που υπήρχε διάχυτο ανάμεσά τους, τον διευκόλυνε να διακρίνει τα πρόσωπά τους.
-Όχι…, δεν μπορεί να με νίκησαν δυο νιάνιαρα, ψέλλισε με δυσκολία. Είστε δαίμονες! Ήμουν τρελός που αποφάσισα να τα βάλω μαζί σας…
-Το λάθος το έκανες την μέρα που αποφάσισες να γίνεις ληστής, όχι σήμερα!, του είπε ο Τόνυ με μια λύπη στη φωνή του.
-Καταραμένοι δαίμονες…, έκανε ο Γκαρσία και έμεινε ακίνητος. Αμέσως το γαλάζιο φως που αναδύονταν από το φονικό μαχαίρι, έσβησε.
-Αυτός θα πρέπει να ήταν ο Φερνάντο Γκαρσία, είπε ο Τόνυ στον φίλο του. Τον ψάχνουν πολύ καιρό τώρα όλοι οι σερίφηδες στο Τέξας. Κανείς δεν κατάφερε ποτέ να τον σταματήσει μέχρι σήμερα… Και το κατάφερες εσύ, με το δικό σου χτύπημα…
Το Γεράκι γύρισε και τον κοίταξε.
-Δεν ξέρω αν ήταν δικό μου το χτύπημα που τον σταμάτησε, χλωμό πρόσωπο Τόνυ, είπε. Μάλλον κάποιο καλό πνεύμα οδήγησε το χέρι μου…
Λίγη ώρα αργότερα τα δύο παιδιά έφτασαν στον χείμαρρο που είχαν κρύψει τα άλογα. Αφού έβγαλαν τους θάμνους με τους οποίους έκρυψαν το πρωί το πέρασμα, τράβηξαν τα ζώα και τα έβγαλαν από εκεί.
Πάνω σε έναν λόφο, κοντά στην μικρή λίμνη που είχαν γνωριστεί με τόσο περιπετειώδη τρόπο, έφτασε η ώρα οι δύο φίλοι να αποχωριστούν. Καβάλα στα άλογά τους έβλεπαν τον ήλιο να ανατέλλει.
-Το ραντς μου βρίσκεται πίσω από εκείνα τα υψώματα, είπε ο Τόνυ δείχνοντας με το χέρι του. Όποτε ο δρόμος σου σε φέρνει σε αυτά τα μέρη, να έρχεσαι να σε φιλοξενώ.
-Οι τέντες της φυλής μου μετακινούνται συνεχώς, είπε το Γεράκι. Δεν ξέρω που θα είμαστε σε λίγα φεγγάρια. Πάντως, σίγουρα θα βρεθούμε και πάλι εδώ κοντά κάποια μέρα. Ελπίζω να σε συναντήσω ξανά, χλωμό πρόσωπο Τόνυ.
Χωρίς να πει τίποτε άλλο, το Γεράκι τράβηξε το σχοινί με το οποίο είχε δέσει τα άλογά του και τα έβαλε να καλπάσουν προς τους πρόποδες του λόφου.
Ο Τόνυ περίμενε να τον δει να χάνεται, πριν τραβήξει τα χαλινάρια και στρέψει το άλογό του. Πίσω του τραβούσε την Ζωηρή, το θηλυκό πουλάρι για χάρη του οποίου είχε ζήσει όλη αυτή την περιπέτεια.
Στον δρόμο για το ραντς συνάντησε την ομάδα του σερίφη του Θορν. Εκείνος του εξήγησε ότι είχαν συλλάβει τέσσερις Μεξικανούς από την συμμορία του Γκαρσία. Οι Ινδιάνοι τους είχαν κλέψει τα άλογα κι έτσι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Γυρίζοντας, πέρασαν από το ραντς και η μητέρα του τους εξήγησε πως ο Τόνυ έλειπε μια ολόκληρη μέρα. Έτσι άρχισαν να αναζητούν και αυτόν…
Όταν ο νεαρός τους είπε πως στο ερειπωμένο χωριό των Πουέμπλος, στο βουνό, θα έβρισκαν νεκρούς και τους άλλους τρεις ληστές, ο σερίφης και οι άνδρες του δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους.
Όταν έφτασε στο ραντς, η μητέρα του έτρεξε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Εκείνη την ώρα δεν της είπε τίποτα για την περιπέτειά του, μην θέλοντας να την ανησυχήσει περισσότερο.
Βοήθησε τον Μιγκουέλ να ξεζέψει το άλογο και αφού έλυσε από την σέλα την δερμάτινη τσάντα του, την πήρε και πήγε στο δωμάτιό του για να ξεκουραστεί. Την ακούμπησε πάνω σε μια καρέκλα και ξάπλωσε στο κρεβάτι του.
Άρχισε να σκέφτεται τα γεγονότα των τελευταίων ωρών. Την επίθεση του πούμα, την συνάντηση με το Γεράκι, την καταδίωξή τους από τους ληστές, τον τραυματισμό του και τελικά την νίκη τους με την βοήθεια… Αλήθεια ποιου; Ποιος ή τι ήταν αυτό που τους βοήθησε να γλιτώσουν; Ίσως να μην το μάθαινε ποτέ…
Έκλεισε τα μάτια, όμως κάτι δεν του πήγαινε καλά και τα άνοιξε και πάλι. Γύρισε και κοίταξε την δερμάτινη τσάντα που είχε ακουμπήσει πάνω στην καρέκλα. Σαν κάτι να τον έσπρωχνε να την ανοίξει. Σηκώθηκε και την πήρε στα χέρια του. Με γρήγορες κινήσεις έλυσε τα λουριά της και την άνοιξε.
Σάστισε για λίγο, βλέποντας αυτό που υπήρχε μέσα. Ήταν ένα ινδιάνικο φυλαχτό, μια ονειροπαγίδα. Το κράτησε στο χέρι του για να επιβεβαιώσει κάτι για το οποίο ήταν από πριν σίγουρος.
Το αντικείμενο αυτό ήταν το ίδιο με αυτό που είχε δει την προηγούμενη νύχτα μέσα σε κείνο το ερειπωμένο σπίτι των Πουέμπλος.
Ξαφνικά, μια περίεργη αίσθηση τον τύλιξε και την ίδια στιγμή το φυλαχτό άρχισε να βγάζει ένα απαλό γαλάζιο φως. Καθόταν και το κοιτούσε μαγεμένος. Δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει όταν ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και η φωνή της μητέρας του που τον καλούσε για φαγητό.
Σηκώθηκε βιαστικά και άνοιξε την ντουλάπα. Εκεί βρισκόταν ένα μικρό ξύλινο κουτί που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του πριν από χρόνια. Ήταν ένα όμορφο κουτί που στο πάνω μέρος του είχε χαραγμένο ένα όμορφο σχέδιο. Ποτέ δεν το είχε χρησιμοποιήσει, γιατί δεν ήξερε τι να βάλει μέσα. Το φυλαχτό χώρεσε ίσα-ίσα, λες και προορίζονταν γι’ αυτή τη θέση…
Όταν, λίγο αργότερα, κάθισε για φαγητό στο τραπέζι μαζί με την μητέρα του, της εξιστόρησε όλη την περιπέτειά του, αποφεύγοντας βέβαια να αναφερθεί στα περιστατικά εκείνα που ούτε και ο ίδιος μπορούσε να δώσει κάποια λογική εξήγηση…
Ίσως τελικά να ήταν ένα παραμύθι αυτό που έζησε και ως τέτοιο να το εξιστορούσε κάποτε στα παιδιά ή στα εγγόνια του…

***

Ο παππούς κοιτάζει τα δυο όμορφα παιδάκια που κοιμούνται γαλήνια στο κρεβάτι τους. Τακτοποιεί για άλλη μια φορά τα σκεπάσματά τους και ρίχνει ένα ξύλο στη φωτιά.
Η γιαγιά έχει αποκοιμηθεί κι εκείνη από ώρα, στην κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι. Ετοιμάζεται να την σκουντήξει, όμως την τελευταία στιγμή συγκρατεί το χέρι του.
Στρέφει και πηγαίνει στο βάθος του δωματίου, όπου υπάρχει μια ντουλάπα. Ανοίγει ένα από τα συρτάρια της και, αφού ανακατεύει μερικά ρούχα, τα χέρια του βγάζουν από εκεί ένα μικρό ξύλινο κουτάκι τυλιγμένο με ένα λεπτό σχοινί.
Γυρίζει το κεφάλι για να βεβαιωθεί ότι δεν τον κοιτάζει κανείς κι έπειτα, με αργές κινήσεις αρχίζει να λύνει το σχοινί, αποκαλύπτοντας ένα όμορφο σχέδιο που υπάρχει χαραγμένο στο επάνω μέρος του κουτιού.
Αργά-αργά ανασηκώνει το καπάκι και αμέσως ένα απαλό γαλάζιο χρώμα αρχίζει να διαχέεται σε όλο το δωμάτιο.
Μέσα στο κουτί υπάρχει ένα παλιό ινδιάνικο φυλαχτό, μια ονειροπαγίδα, την οποία ο παππούς μένει να κοιτάζει για αρκετή ώρα με ένα βαθύ χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό του.
-Τελικά, εσύ τι είσαι;, ψιθυρίζει. Ιστορία ή παραμύθι;…

ΤΕΛΟΣ


ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΝΕΟ ΤΕΥΧΟΣ ΤΟΥ
ΜΙΚΡΟΥ ΚΑΟΥ-ΜΠΟΫ!
Εσύ, το απέκτησες;
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...