Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Γουέστερν διήγημα: Οι χρυσοθήρες

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΟΥΕΣΤΕΡΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 2011-2012
Κωδικός: Γ1-002
Συγγραφέας: Ελευθερία Σκουρλή


Τρεις καβαλάρηδες προχωρούν με τ’ άλογά τους μέσα στον ήλιο. Τα ονόματά τους είναι Ζακ, Φιλ και Νικ και έχουν πολλά πράγματα φορτωμένα πίσω από τις σέλες τους. Είναι χρυσοθήρες και προσπαθούν να βρουν χρυσάφι. Γυρίζουν σε πολλά μέρη που έχει ποτάμια. Εκεί κατασκηνώνουν και αρχίζουν τη δουλειά. Μια δουλειά, που μια μέρα μπορεί να τους κάνει πλούσιους. Ίσως πάλι και όχι, αλλά εκείνοι πάντα θα ψάχνουν. Είναι φίλοι παιδικοί και ξεκίνησαν εδώ και χρόνια αυτό το ταξίδι του χρυσού.
Ο Ζακ, έχει στον ώμο του έναν παπαγάλο. Βάζει και εκείνος το κεφάλι του κάτω από το καπέλο του Ζακ για να προφυλαχτεί από την πολλή ζέστη και όπου βλέπει κανένα ρυάκι με νερό, πετάει και πίνει. Κάνει μια βόλτα στον ουρανό και κοιτάζει από ψηλά τους τρεις φίλους.
Εκείνοι καλπάζουν και συνομιλούν για το πού θα πάνε και πού θα κατασκηνώσουν.
-Παιδιά, λέει κάποια στιγμή ο Ζακ. Σκέφτομαι να σταματήσουμε λίγο σε αυτό το ρυάκι που έχει και δέντρα για να φάμε και να ξεκουραστούμε.
-Ακόμα έχουμε δρόμο, του απαντά ο Φιλ. Ακολουθούμε το ρυάκι μέχρι να φτάσουμε στο μεγάλο ποτάμι, όπως λέει ο χάρτης. Γι’ αυτό το ποτάμι κάνουμε ολόκληρο ταξίδι.
-Παιδιά, λέω κι εγώ να κάτσουμε λίγο, λέει και ο Νικ. Αν υποθέσουμε ότι το ποτάμι μπορεί κάτι να έχει, ίσως και στο ρυάκι αυτό που καταλήγει στο ποτάμι να βρούμε κάτι.
Ο Φιλ φαίνεται να αγριεύει.
-Έχουμε συμφωνήσει να πάμε στο μεγάλο ποτάμι. Εδώ πέρα και χρόνια να κάτσουμε, μόνο άμμο θα μαζέψουμε.
-Κοιτάτε, λέει ο Ζακ, πώς χοροπηδάει ο παπαγάλος μου! Του αρέσει εδώ. Σε παρακαλώ Φιλ, ας κάτσουμε λίγο.
-Εντάξει, πείθεται και ο Φιλ. Αλλά για λίγο και φύγαμε!
Κατεβαίνουν από τα άλογά τους, βγάζουν και τα πράγματα από πάνω τους για να ξεκουραστούν κι εκείνα λίγο. Τρώνε από τις προμήθειες και πίνουν και λίγο ουίσκι. Ο Ζακ βγάζει μια μικρή κιθάρα που έχει και αρχίζει να παίζει κάτι. Ο παπαγάλος κάθεται στον ώμο του πάλι και ο Ζακ του λέει:
-Παπαγαλάκι μου, τι είμαι;
-Όμορφος, όμορφος!, απαντάει ο παπαγάλος.
-Και τι θέλω;
-Χρυσό, χρυσό!
-Και τι άλλο;
-Γυναίκα, γυναίκα!
Οι άλλοι δύο φίλοι γελάνε.
-Ζακ, του λέει ο Φιλ, εγώ λέω, άμα βαρεθείς τη ζωή του χρυσοθήρα να πάτε σε κανένα μπαρ να δουλέψετε με το παπαγαλάκι σου και με τα τραγούδια σου.
-Εγώ τραγουδώ για το κέφι μου και για το όνειρό μου που είναι μια μεγάλη κοίτη με χρυσάφι.
Ο Νικ γελά πολύ.
-Δεν λες να βρεις κάτι, θέλεις και ολόκληρη κοίτη χρυσού!
-Γέλα εσύ, του λέει ο Ζακ, αλλά εγώ θα τη βρω.
-Εσύ βαριέσαι να πάμε στο μεγάλο ποτάμι και θέλεις να κάτσεις εδώ στα ρυάκια με την άμμο για να βρεις κοίτη; Εδώ;
-Αν έχεις τύχη διάβαινε...
-Εσύ δεν έχεις τύχη, τρέλα έχεις. Ε! και παίζεις και καλή κιθάρα. Επειδή θέλω να κοιμηθώ, πες μου κάποιο νανούρισμα…
-Ναι, ναι. Νανούρισέ μας λίγο και θα σε βοηθήσουμε να βρεις πολύ χρυσό!
-Προσέξτε μη γίνει το αντίθετο!
Ο Νικ και ο Φιλ γελάνε και ξαπλώνουν κάτω από το δέντρο. Ο Ζακ παίζει και τραγουδά…

Είμαι ο Ζακ
έχω και παπαγαλάκι που ξέρει και μιλά
έχω κιθάρα για συντροφιά, μέσα στα βουνά, 
ξέρω να παίζω τραγουδάκια και να ακούγομαι σε όλα τα ρυάκια…

-Σταμάτα, σταμάτα!, του φωνάζουν. Μας ζάλισες με αυτά τα ρυάκια.
Ο Ζακ κατεβάζει στεναχωρημένος τη κιθάρα.
-Με τα ρυάκια στέλνω το τραγούδι μου μακριά για να έρθει…
-Ξέρουμε, ξέρουμε, λένε οι άλλοι δύο μαζί, το χρυσάφι! Μήπως το θέλεις και έτοιμο να είναι σε σακούλι; ρωτάει ο Νικ.
-Για να έρθει σε σακούλι πρέπει να πέσει από κάποιον άλλον, αλλά εμείς δεν βρίσκουμε ούτε κόκκο, πώς να βρω σακούλι;
-Τότε πάψε να τραγουδάς και να λες βλακείες. Έλα να δεις το χάρτη, να δεις το μεγάλο ποτάμι.
Ο Ζακ πάει κοντά τους, ενώ ο παπαγάλος πάει στο ρυάκι πάλι να κάνει τις βόλτες του. Ο Νικ τους δείχνει στο χάρτη το μεγάλο ποτάμι.
-Να, αυτό είναι. Θα περάσουμε και από ένα ινδιάνικο χωριό. Οι Ινδιάνοι αυτοί είναι φιλήσυχοι άνθρωποι, μόνο τα ζώα τους ποτίζουν εκεί. Είναι μεγάλο το χωριό τους αλλά δεν ασχολούνται με κόκκους χρυσού.
-Καλύτερα, για να τον πάρουμε όλον εμείς. Λοιπόν Ζακ, φτιάξε μας από ένα καφέ και φύγαμε…
Στο μεταξύ, λίγο πιο πάνω, σε ένα δασάκι που περνάνε τα ρυάκια, είναι τρεις κοπέλες πάνω στα άλογά τους. Είναι Ινδιάνες και η μία είναι η κόρη του αρχηγού της φυλής. Είναι πανέμορφη, όπως και οι φίλες της.
Από μακριά παρακολουθούσαν τις κινήσεις των τριών φίλων. Κατάλαβαν ότι είναι απλοί χρυσοθήρες. Ακούσανε και το τραγούδι και τους άρεσε. Η κόρη του αρχηγού βγάζει ένα σακουλάκι που έχει με χρυσό και στέλνει την μία κοπέλα σιγά-σιγά να ρίξει λίγο χρυσό σε κάποιο σημείο στο νερό, που ξέρουν ότι θα φτάσει μέχρι εκεί που είναι οι τρεις φίλοι.
Η κοπέλα βγάζει κάποια φύλλα και επάνω τους βάζει το χρυσό. Η ροή του νερού θα τα παρασύρει μέχρι τους τρεις φίλους. Έτσι, όταν ο Ζακ πάει να πάρει νερό με τα παγούρια για να φτιάξει τον καφέ, βλέπει τα φύλλα πάνω σε κάτι πετρούλες και πάνω τους τον χρυσό.
-Τρέξτε, τρέξτε!, φωνάζει. Εδώ έχει πολύ χρυσάφι!
Οι δύο φίλοι σηκώνονται και τρέχουν.
-Κοιτάξτε, τους λέει, όταν φτάνουν κοντά του.
Κοιτάζουν εκείνοι στο ρυάκι, κοιτάζονται μεταξύ τους και τρέχουν να φέρουν τα σύνεργά τους.
-Σας το έλεγα εγώ ότι τα ρυάκια έχουν χρυσό και δεν το πιστεύατε!
Γρήγορα, γρήγορα μαζεύουν το χρυσό, φωνάζοντας και γελώντας.
-Καλή αρχή, παιδιά!, λέει ο Νικ.
Από μακριά, οι τρεις Ινδιάνες βλέπουν όλο το σκηνικό και γελάνε. Η κόρη του αρχηγού λέει στη μία φίλη της:
-Πάρε και αυτό και στείλτε όλο. Μέχρι αύριο, όλο το ρυάκι θέλω να έχει χρυσό.
-Δεν το θέλεις;
-Όχι, δεν το θέλω.
Χαμογελάει κοιτάζοντας τον Ζακ. Οι δύο κοπέλες καταλαβαίνουν ότι της αρέσει. Χαμογελούν και η μία πάει και στέλνει και τον υπόλοιπο χρυσό.
-Μέχρι το πρωί θα μαζεύουν. Θα ξαναέρθουμε αύριο να δούμε τι θα κάνουν!
Ξεκινούν για το χωριό τους καλπάζοντας πάνω στα πανέμορφα άλογά τους.
Οι τρεις φίλοι στο μεταξύ συνεχίζουν να μαζεύουν χρυσάφι μέχρι που κουράζονται.
-Πρέπει να στήσουμε την σκηνή μας, λέει ο Φιλ.
-Α, τώρα θέλεις να κάτσουμε, ε; του λέει ο Τζακ.
-Τρέξτε, φωνάζει πάλι ο Νικ. Εδώ έχει πολύ χρυσό! Θα τον μαζέψουμε και μετά θα πάμε στο ποτάμι. Εκεί θα έχει περισσότερο.
-Μα καλά, πώς βρέθηκε πάνω στα φύλλα;
-Θα ήταν σε κάποιο σημείο τα φύλλα γαντζωμένα και παρασύρθηκαν όλα μαζί από κάτι. Συμβαίνει μερικές φορές. Καλύτερα σε φύλλα παρά σε άμμο, τον βλέπεις γρηγορότερα.
Ο Τζακ βλέπει το παπαγαλάκι του που έχει έρθει και στέκεται δίπλα τους.
-Τι είμαι; του φωνάζει.
-Όμορφος, όμορφος.
-Τι θέλω;
-Γυναίκα, γυναίκα…
-Και τι άλλο;
-Χρυσό, χρυσό.
-Αυτό το έχω τώρα πια!, λέει ο Ζακ και τρίβει τα χέρια του.
-Μην τρίβεις τα χέρια σου, του λέει ο Φιλ. Δεν νομίζω να βρούμε άλλο εδώ. Ότι κατέβασε, κατέβασε. Αύριο, όταν ξημερώσει θα κάνουμε μια βόλτα μέχρι πάνω και αν δεν βρούμε τίποτα μεθαύριο φεύγουμε για το μεγάλο ποτάμι.
-Εντάξει, να φύγουμε, φαγώθηκες! Καθίστε να δούμε και αύριο και τότε φεύγουμε.
Έτσι χαρούμενοι και οι τρεις, αφού στήνουν και τη σκηνή, τρώνε και πίνουν και το ουίσκι τους. Ο Ζακ παίρνει την κιθάρα και τραγουδά.

Όταν έρθεις, θα είμαι εδώ δίπλα στο γάργαρο νερό, 
θέλω να είσαι όμορφη σαν τον χρυσό
θέλω να σε ερωτευθώ πιο πολύ και από το Θεό. 
Σε περιμένω καλή μου, σε περιμένω χρυσή μου 
σε περιμένω χαρά μου να βγεις από τα όνειρά μου 
να σε αγγίξω, να σε φιλήσω, με χρυσό να σε στολίσω.

Ο Νικ και ο Φιλ γελάνε με το τραγούδι του Ζακ.
-Σου ευχόμαστε να έρθει, του λένε. Ξέρεις, εδώ στα βουνά έχει πολλές κοπέλες, περνάνε συχνά…
Ο Ζακ κοιτά γύρω-γύρω, βλέπει τα βουνά και τους λέει:
-Ναι, αλλά έχει και τα ρυάκια.
-Ναι, αλλά δεν έχει βαρκάκια. Πώς θα έρθει;
-Μπορεί να έρθει καμιά νεράιδα να του κάνει συντροφιά. Άμα την δεις ξύπνησε μας και μας να τη δούμε.
-Εντάξει, θα σας ξυπνήσω, κοιμηθείτε τώρα.
Έχει περάσει αρκετή ώρα, όταν ο Ζακ βγαίνει έξω από την σκηνή. Δεν μπορεί να κοιμηθεί και κοιτάζει πέρα, μακριά. Κάποια στιγμή, στο φως του φεγγαριού, του φαίνεται πως διακρίνει μια όμορφη Ινδιάνα να καλπάζει με το άλογό της. Τρέχει προσπαθώντας να την δει πιο καλά, αλλά η οπτασία χάνεται γρήγορα.
Γυρίζει και ρίχνει λίγο νερό από το ρυάκι στο πρόσωπό του. Του φάνηκε σαν να ήταν όνειρο, μα ήταν αλήθεια! Μια πανέμορφη κοπέλα ήταν κάπου εκεί έξω.
Μπαίνει στη σκηνή, ξαπλώνει και σκέφτεται πως μπορεί να έκανε λάθος. Αλλά αν ήταν αλήθεια; Με τις σκέψεις αυτές κοιμάται ακόμα πιο χαρούμενος.
Τη νύχτα, ένας Ινδιάνος πλησιάζει στην όχθη του ρυακιού, κοντά στο σημείο που έχουν στήσει τη σκηνή τους. Η κόρη του αρχηγού, που την λένε Χρυσαυγή, τον έχει διατάξει να αδειάσει ένα ολόκληρο σακουλάκι με χρυσάφι στην πέτρινη όχθη.
Το πρωί οι τρεις φίλοι ξυπνούν πολύ νωρίς. Ο Ζακ πάει να πάρει νερό για να φτιάξει τους καφέδες και να ξεκινήσουν γρήγορα το ψάξιμο για χρυσό. Εκεί, που παίρνει το νερό, η άμμος γυαλίζει σαν χρυσή.
-Παιδιά, τρέξτε!, φωνάζει στους φίλους του.
Ο Νικ με τον Φιλ φτάνουν τρέχοντας.
-Κοιτάξτε, τους λέει, έφερε κι άλλο χρυσό το ρυάκι.
Ο Νικ με τον Φιλ σκύβουν και πιάνουν την άμμο. Έχει πράγματι πολύ χρυσό.
Αρχίζουν ξανά να χοροπηδούν και να γελούν.
-Θα γίνουμε πλούσιοι, θα γίνουμε πλούσιοι!, φωνάζουν.
Ο παπαγάλος κελαηδά:
-Όμορφος, όμορφος! Γυναίκα, γυναίκα!
Ο Ζακ φτιάχνει τον καφέ και οι άλλοι αρχίζουν κατευθείαν τη δουλειά.
Κάποια στιγμή ο Ζακ γυρίζει και τους λέει:
-Παιδιά, μη με περάσετε για τρελό με αυτό που θα σας πω. Χθες το βράδυ που βγήκα έξω, εκεί στο βουναλάκι είδα μια γυναίκα πάνω σε ένα άλογο! Ήταν πολύ όμορφη!
-Ναι, μες στη νύχτα μια όμορφη γυναίκα περνούσε τα βουνά μόνη της και την είδες εσύ! Τι τυχερός που είσαι, που βλέπεις παντού νεράιδες!
Μέχρι το βραδάκι έχουν μαζέψει όλο το χρυσό σ’ ένα σακουλάκι.
-Παιδιά δεν είναι περίεργο; λέει ο Ζακ. Όλο ένα σακουλάκι μαζεύουμε, ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω…
Ο Νικ με τον Φιλ κοιτάζονται.
-Έχεις δίκιο. Θα είναι σύμπτωση.
-Αύριο, μπορεί να βρούμε δύο σακουλάκια ή κανένα. Εάν δεν βρούμε, φεύγουμε για το ποτάμι, λέει ο Φιλ. Πλάκα-πλάκα το ρυάκι σου ήταν τυχερό! Κι εγώ που δεν ήθελα να σταματήσουμε για να ξεκουραστούμε…
-Είδατε; Να με ακούτε εμένα, κάτι ξέρω.
-Ναι, όπως ξέρεις και να τραγουδάς!, του λέει ο Νικ γελώντας.
Φτάνει το βραδάκι και οι τρεις φίλοι πέφτουν για ύπνο κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι.
Ο Ζακ ξυπνά κάποια στιγμή, θέλει λίγο νερό και βγαίνει έξω από τη σκηνή. Και τότε, πάλι στο ίδιο μέρος βλέπει την όμορφη γυναίκα καβάλα στο άλογό της να φεύγει μέσα στο φως του φεγγαριού.
-Αποκλείεται, μονολογεί. Δεν μπορεί να είναι όνειρο. Καλά λένε τα παιδιά… Ίσως να υπάρχουν νεράιδες, γιατί τέτοια ώρα δεν περνούν γυναίκες μέσα από τα βουνά…
Το πρωί σηκώνεται νωρίτερα από τους άλλους. Παίρνει την κιθάρα του και αρχίζει να τραγουδά:

Ήρθες νεράιδά μου καλή, 
ήρθες όνειρο αληθινό. 
Έλα πιο κοντά να μου πεις πώς μ’ αγαπάς 
δεν είσαι ξωτικό, είσαι όνειρο αληθινό…

Οι φίλοι του ξυπνούν και πίνουν τον ζεστό καφέ που έχει φτιάξει ήδη ο Ζακ.
-Τι έγινε; τον ρωτάει ο Φιλ. Είδες κι άλλο χρυσό;
-Όχι, δεν έχει άλλο.
-Καλά, θα πάμε κι εμείς να δούμε γιατί εσύ είσαι και λίγο ονειροπόλος. Μπορεί να ταξίδευες με καμία νεράιδα και να μην τον είδες…
-Σας είπα, δεν έχει. Κοίταξα. Όσο για το ταξίδι… εδώ ήμουν αλλά το βράδυ ξαναείδα την όμορφη νεράιδα που λέτε εκεί πέρα…
-Την είδες πάλι; Καλά στα λέμε και εσύ φωνάζεις ότι δεν είσαι ονειροπόλος…
-Καλά, κοροϊδεύετε εσείς… Όμως να ξέρετε ότι γελά καλύτερα όποιος γελά τελευταίος…
Οι φίλοι του πηγαίνουν να ελέγξουν για χρυσό και ο Ζακ αρχίζει να μαζεύει σιγά-σιγά την σκηνή με τα πράγματα. Πάντως καλά πήγαν. Δύο σακουλάκια χρυσό! Ποιος να το φανταζόταν!
Όλα είναι έτοιμα όταν επιστρέφουν μετά από μία ώρα ο Φιλ και ο Νικ.
-Ότι είχε το μαζέψαμε όλο, του λέει ο Φιλ. Φεύγουμε σε λίγη ώρα…
Σε λίγο ξεκινούν για το μεγάλο ποτάμι. Ο Ζακ τραγουδά, το ίδιο και ο παπαγάλος. Ακολουθούν το ρυάκι μέχρι να φτάσουν στο μεγάλο ποτάμι. Το ρυάκι έχει αρχίσει να πλαταίνει δείχνοντας ότι φτάνουν στο ποτάμι που δείχνει ο χάρτης τους. Έτσι, ενώ προχωρούν, βλέπουν από μακριά να έρχονται έφιπποι κάποιοι Ινδιάνοι.
-Παιδιά, ήσυχα, λέει στους άλλους δύο ο Νικ. Είναι οι Ινδιάνοι που σας έλεγα. Έρχονται για να μας χαιρετήσουν ή για να ποτίσουν τα ζώα τους…
Οι Ινδιάνοι φτάνουν κοντά τους. Μπροστά πηγαίνει ο αρχηγός, ο οποίος ξεχωρίζει από τα πολύχρωμα φτερά που έχει στο κεφάλι του. Από πίσω έρχεται ένας νεαρός Ινδιάνος που μάλλον είναι ο γιος του, η κόρη του η Χρυσαυγή και κάποιοι πολεμιστές.
Ο αρχηγός τους χαιρετά φιλικά, το ίδιο και οι άλλοι. Οι τρεις φίλοι σηκώνουν κι εκείνοι το χέρι τους σε ένδειξη φιλίας, όμως ο Ζακ την ώρα που χαιρετά έχει καρφώσει τα μάτια του πάνω στη Χρυσαυγή. Κάτι του θυμίζει...
Ναι είναι η νεράιδα που έβλεπε!
-Παιδιά, γυρίζει και λέει ψιθυριστά στους άλλους. Αυτή είναι η νεράιδα που σας έλεγα!
Πιάνουν την κουβέντα με τους Ινδιάνους. Υπάρχει μια καλή επαφή ανάμεσά τους και στο τέλος ο αρχηγός, τους καλεί στο χωριό τους για φαγητό.
-Πάμε, πάμε!, λέει ο Ζακ. Καλά θα περάσουμε. Δεν είναι κακοί, κοιτάξτε πόσο όμορφη είναι η κόρη του…
Ο Νικ με τον Φιλ συμφωνούν και κατευθύνονται όλοι μαζί προς το χωριό των Ινδιάνων. Θα ήταν προσβολή να μην δεχτούν τη φιλοξενία τους.
Έτσι, την ώρα που καλπάζουν, ο Ζακ δεν ξεκολλά τα μάτια του πάνω από την Χρυσαυγή. Εκείνη το καταλαβαίνει και του χαμογελά.
Είναι πολύ χαρούμενος. Νομίζει ότι την έχει ερωτευθεί. Βγάζει την κιθάρα και της τραγουδά.

Νεράιδα μου καλή, νεράιδα μου χρυσή 
δεν είσαι όνειρο είσαι αληθινή 
λες να αγάπησα πολύ, 
μια Ινδιάνα όμορφη, μικρή…

Φτάνουν στο χωριό, και ο αρχηγός τους βάζει μέσα στη σκηνή του. Εκεί, κάθονται χάμω και νεαρές Ινδιάνες τους φέρνουν πήλινα πιάτα με διάφορα κυνήγια. Ο γιος του αρχηγού τους λέει ότι αυτός σκότωσε τα άγρια πουλιά και τα ζαρκάδια που τρώνε.
Ο Νικ με τον Φιλ τρώνε απ’ όλα, ο Ζακ τρώει λίγο, δεν του αρέσουν πολύ τα κυνήγια. Η Χρυσαυγή είναι δίπλα του και κάποια στιγμή τον αγκαλιάζει. Ο αρχηγός σηκώνεται όρθιος.
-Αν θέλει το καλό χλωμό πρόσωπο, θα τον κάνω παιδί μου. Θα του δώσω τη Χρυσαυγή.
Ο Ζακ τρελαίνεται όταν του φορούν διάφορα στολίδια στο λαιμό και στα μαλλιά. Του φέρνουν και ένα τσουβάλι. Το ανοίγει και βλέπει ότι μέσα είναι γεμάτο σακουλάκια. Ανοίγει ένα και βλέπει ότι περιέχει χρυσάφι!
-Παιδιά τι γίνεται; ρωτάει τους φίλους του.
-Θα παντρευτείς την κόρη του αρχηγού! Θα γίνεις αρχηγός και θα έχεις πολύ χρυσό. Κοίτα πόσα σακουλάκια!!!
Ξαφνικά, τα μάτια του Ζακ σκοτεινιάζουν.
-Και τι θα κάνω εδώ; τους λέει χαμηλόφωνα. Εντάξει, η κόρη του αρχηγού είναι όμορφη, αλλά εγώ δεν θα ξανάρθω μαζί σας;
-Όχι, βέβαια! Τι να κάνεις να έρθεις μαζί μας; Εσύ, τώρα έχεις χρυσό, εμείς θα πάμε στο ποτάμι…
-Κι εγώ, τι θα κάνω εδώ;
-Να! Θα έχεις την γυναικούλα σου, τον πεθερούλη σου, θα πηγαίνεις για κυνήγι…
-Α! Δεν μου αρέσει το κυνήγι.
-Τότε, θα πηγαίνεις στο ρυάκι να ποτίζεις τα ζώα και φτιάξε και κανένα κοτέτσι να τρως κότες, αφού δεν θέλεις να πας για κυνήγι. Θα σου κάνουν και αυγά να δίνεις στα παιδιά σου…
-Ποια παιδιά; Για σταθείτε, εγώ δεν θέλω να κάνω παιδιά! Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα… δεν θέλω ούτε να παντρευτώ!
-Βρε συ, του λέει αγανακτισμένος ο Φιλ, θέλεις να μας τρελάνεις; Σ’ όλο το δρόμο δεν μας έλεγες ότι θέλεις γυναίκα; Εσύ δεν έμαθες ακόμα και στον παπαγάλο σου να το λέει και μάλιστα δύο φορές; Θα έχεις και χρυσό και όμορφη είναι η κοπέλα! Τι άλλο θέλεις;
-Εγώ… θέλω να είμαι μαζί σας! Να μαζεύω χρυσό στο ποτάμι! Εγώ είμαι χρυσοθήρας!...
-Ναι, αλλά τώρα, έχεις πολύ χρυσό. Ένα τσουβάλι. Γιατί να συνεχίσεις να ψάχνεις;
Ο Ζακ σηκώνεται και βγαίνει για λίγο από τη σκηνή.
Ο Φιλ και ο Νικ κοιτάζονται μεταξύ τους.
-Τώρα τι κάνουμε;
Η Χρυσαυγή σκύβει το κεφάλι. Η άρνηση του Ζακ, την προσβάλει και ο αρχηγός είναι έτοιμος να νευριάσει. Ο Φιλ κλείνει το μάτι στον φίλο του και γυρίζει στον αρχηγό.
-Ευχαριστούμε για όλα, αλλά ο φίλος μας είναι λίγο τρελός και δεν κάνει να τον αφήσουμε να γίνει αρχηγός.
-Τι εννοείς; παραξενεύεται εκείνος.
-Να, πώς να σας το πω… Ξυπνάει τα βράδια κι ανεβαίνει να κοιμηθεί στα δέντρα. Συνήθως καβαλάει ανάποδα τα άλογα, ενώ εκεί που κάθεται μπορεί να αρχίσει ξαφνικά να χορεύει και να φωνάζει!
Τότε ο αρχηγός καταλαβαίνει, δεν θέλει για γαμπρό του έναν τρελό!
-Χρυσαυγή, λέει στην κόρη του, μην στεναχωριέσαι. Θα σου βρω καλύτερο…
Εκείνη τη στιγμή ακούγεται από έξω καυγάς. Ο Ζακ παλεύει με έναν Ινδιάνο ο οποίος αγαπά την Χρυσαυγή και πιστεύει ότι ο Ζακ ήρθε να του την πάρει! Τρέχουν όλοι να τους χωρίσουν και όταν ο Ζακ καταλαβαίνει ότι ο Ινδιάνος είναι η ευκαιρία του για να σωθεί, τον πάει σηκωτό στον αρχηγό.
-Αυτός είναι ένας γενναίος πολεμιστής που κάνει για αρχηγός!, του λέει.
Πιάνει το χέρι της Χρυσαυγής και το δίνει στον νεαρό Ινδιάνο. Βγάζει και το χρυσό που φορά στο λαιμό και στα μαλλιά και του τα φορά εκείνου. Παίρνει και το τσουβάλι με τα σακουλάκια και του το φορτώνει στην αγκαλιά.
Ο αρχηγός δεν θέλει κάτι άλλο για να πειστεί.
-Κόρη μου, λέει, να ο άντρας σου!
Η χαρά του Ζακ δεν περιγράφεται! Έτσι, ελευθερώνεται από τα δεσμά με την όμορφη Ινδιάνα. Και μαζί από τα αρχηγιλίκια και από τα ζώα που έπρεπε να πηγαίνει στο ποτάμι για να τα ποτίζει και από το κυνήγι και από τα παιδιά και από τα αυγά και από τα κοτέτσια!
Έτσι το γλέντι του γάμου (όχι του Ζακ) αρχίζει και συνεχίζεται μέχρι το πρωί. Οι τρεις λευκοί φιλοξενούμενοι απολαμβάνουν όλες τις περιποιήσεις, καθώς είναι αυτοί που έφεραν την χαρά στην φυλή! Τρώνε, πίνουν και διασκεδάζουν μέχρι το πρωί…
Ο ήλιος έχει φτάσει στη μέση του ουρανού όταν ο Νικ ξυπνά πρώτος και σκουντάει και τους άλλους δύο.
-Ξυπνήστε παιδιά, τους λέει. Έχουμε δουλειά!
Σε λίγη ώρα βρίσκονται και οι τρεις στις σέλες των αλόγων τους. Οι Ινδιάνοι τους έχουν ετοιμάσει και ένα τσουβάλι τρόφιμα.
Όλη η φυλή μαζεύεται να τους αποχαιρετήσει. Η Χρυσαυγή κοιτάζει τον Ζακ αλλά εκείνος δεν της δίνει καμία σημασία. Σε λίγο έχουν απομακρυνθεί αρκετά.
-Θα περάσουμε καλά, όσο ψάχνουμε για το χρυσό στο ποτάμι, λέει ο Φιλ κοιτάζοντας το τσουβάλι με τα τρόφιμα πους τους έδωσαν.
Προχωρούν σιγά-σιγά. Ο ήλιος είναι από πάνω τους και τους χαμογελά.
Είναι οι τρεις φίλοι, οι τρεις χρυσοθήρες. Ο Ζακ βγάζει την κιθάρα του και τραγουδά, ενώ ο παπαγάλος κάνει βόλτες από πάνω τους.
Στο βάθος αρχίζει να φαίνεται το μεγάλο ποτάμι. Σε λίγη ώρα θα έχουν φτάσει. Εκεί μπορεί να βρουν πολύ χρυσό… αλλά μπορεί και να μην βρουν.
Ένα όμως είναι σίγουρο… Όσο ζουν θα ψάχνουν…

ΤΕΛΟΣ

11 σχόλια:

  1. Καλό. Η εύθυμη πλευρά της Άγριας Δύσης...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Η φίλη Ελευθερία μας παρουσιάζει μέσα από μια απλοϊκά γραμμένη ιστορία, την αγάπη (ίσως και ανάγκη) του κάου-μπόυ για την περιπέτεια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γουέστερν περιπέτεια με κυρίαρχο στοιχείο της την τρυφερότητα.. Γιατί όχι; Απρόβλεπτα πρωτότυπο. Το δεύτερο στοιχείο, η φιλία συναντιέται σε γουέστερν, αλλά εδώ είναι ο κεντρικός άξονας της αφήγησης. Δεν είναι η εξόρρυξη του χρυσού. Αυτή είναι η δικαιολογία για την υποσχόμενη περιπέτεια, αλλα΄και για να αναδείξει την φιλία των τριών χρυσοθηρών.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Όπως το είπες, Αγαθοκλή. Το σημαντικό είναι ότι υπάρχει και μια γυναικεία παρουσία στον διαγωνισμό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ 2017 ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΚΟΥΡΛΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΑΙΝΙΩΝ ΤΟ ΤΥΧΕΡΟ ΜΑΣ

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...